Προφήτης Ιεζεκιήλ

Ἰεζεκιὴλ ἑβράϊζε κἂν πόλω,

Ἀδωναῒ βλέπω σε, φάσκων Κυρίῳ.

Ο Προφήτης Ιεζεκιήλ έζησε στα χρόνια του Ναβουχοδονόσορα, κατά τον έκτο αιώνα π.Χ. (κατ' άλλους το 477π.Χ.). Ο πατέρας του ήταν Ιερέας και ονομαζόταν Βουζί και οδηγήθηκε αιχμάλωτος στην Βαβυλώνα μετά την πρώτη κατάληψη της Ιερουσαλήμ, το 598 π.Χ.

Η ανατροφή του Ιεζεκιήλ υπήρξε πολύ επιμελημένη, μέσα στα πλαίσια των αυστηρών ηθών της πατροπαράδοτης θρησκείας. Ήταν αμείλικτος εχθρός κάθε κακίας και αμαρτίας και ήλεγχε με θάρρος τους υπερόπτες και αλαζονικούς άρχοντες. Ο Ιεζεκιήλ ήταν πολύ αγαπητός στο λαό και πολλοί προσέρχονταν σ' αυτόν, ακόμα και πρεσβύτεροι Ιουδαίοι, για να ζητήσουν τις συμβουλές του. Οι προφητείες του αναφέρονται κυρίως στην καταστροφή της Ιερουσαλήμ και μετά.

Η παράδοση αναφέρει ότι ο Ιεζεκιήλ φονεύθηκε από τη φυλή του Γάδ, επειδή ήλεγχε τις ειδωλολατρικές τους ροπές. Τάφηκε στη σημερινή Βαγδάτη του Ιράκ.

Το βιβλίο του Προφήτη Ιεζεκιήλ διαιρείται σε τρία μέρη: Το πρώτο μέρος (κεφ. α'-κδ') περιέχει προειδοποιήσεις για την βέβαιη καταστροφή της Ιερουσαλήμ. Το δεύτερο μέρος (κεφ. κε'-λβ') περιέχει προφητείες καταδίκης για διάφορα ειδωλολατρικά έθνη και το τρίτο μέρος (λγ'-μη') αποτελείται από προφητείες οι οποίες αναφέρονται σε διάφορα θέματα. Στο τρίτο μέρος περιλαμβάνεται και η προφητεία, η οποία αναφέρεται στο όραμα του Προφήτου Ιεζεκιήλ, το σχετικό με την θαυματουργική ζωογόνηση των γυμνών οστών, που γίνονται ζωντανοί άνθρωποι με το πρόσταγμα του Θεού (λζ', 1-14). Η προφητεία αυτή διαβάζεται στους Ιερούς Ναούς κατά τον Εσπερινό του Μεγάλου Σαββάτου, δηλαδή το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής μετά την περιφορά του Επιταφίου, επειδή προφητεύει την ανάσταση των νεκρών, η οποία θα πραγματοποιηθεί κατά την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού.

Τέλος, ας αναφέρουμε μερικά λόγια του προφήτη, που δίνουν αθάνατα μηνύματα ζωής αιωνίου: «Καὶ ἐγένετο λόγος Κυρίου πρὸς μὲ λέγων... ὅτι πᾶσαι αἱ ψυχαὶ ἐμαὶ εἰσιν ... Ἡ ψυχὴ ἡ ἁμαρτάνουσα, αὐτὴ ἀποθανεῖται. Ὁ δὲ ἄνθρωπος ὃς ἔσται δίκαιος, ὁ ποιῶν κρῖμα καὶ δικαιοσύνην ... ζωὴ ζήσεται, λέγει Κύριος» (Ιεζεκιήλ, ιη' 1-9). Δηλαδή, ο Κύριος μίλησε σε μένα και είπε: «κάθε ζωή ανθρώπου είναι δική μου. Αυτός που αμαρτάνει, αυτός και θα τιμωρηθεί με θάνατο. Ο άνθρωπος, όμως, που είναι δίκαιος, αυτός που τηρεί τις εντολές μου και φέρεται με δικαιοσύνη, αυτός θα ζήσει αιώνια, λέγει ο Κύριος».

Οσία Πελαγία η Τηνία

Η Πελαγία ήταν κόρη του παπά Νικηφόρου Νεγρεπόντη. Η μητέρα της ήταν από τον Τριπόταμο της Τήνου και άνηκε στην οικογένεια Φραγκούλη. Γεννήθηκε το 1752 μ.Χ. στο χωριό Κάμπο της Τήνου και το κοσμικό της όνομα ήταν Λούκια. Από διάφορα έγγραφα φαίνεται ότι είχε ακόμα τρεις αδελφές. Η οικογένειά της διακρινόταν για την αγνή πίστη και την προσήλωση στα θρησκευτικά ιδεώδη.

Λίγα χρόνια μετά τη γέννηση της Λουκίας ο πατέρας της πέθανε. Ήταν τότε 12 χρονών και έδειχνε σημάδια έντονης επιθυμίας να αφιερωθεί και να υπηρετήσει το θέλημα του Θεού. Οι δυσκολίες της ζωής έκαναν την μητέρα της να τη στείλει στον Τριπόταμο, στην κάπως πιο ευκατάστατη αδελφή της. Εκεί η Λούκια έμεινε τρία χρόνια και συχνά επισκεπτόταν την άλλη θεία της, που ήταν μοναχή στη Μονή Κεχροβουνίου. Ένοιωσε τότε επιτακτική την ανάγκη ν' ακολουθήσει τον μοναχικό βίο και σε ηλικία 15 χρονών μπήκε στο Μονστήρι σαν δόκιμη, υπό την επίβλεψη της θείας της μοναχής Πελαγίας. Όταν ήλθε η ώρα έγινε και η ίδια μοναχή με το όνομα Πελαγία.

Ως μοναχή αφοσιώθηκε με ψυχή και σώμα στην λατρεία του Θεού και στην ανακούφιση των πασχόντων. Η αγνότητα της ψυχής της, η οσιότητα της ζωής της, η αυταπάρνηση της, η μυστική ζωή της κι ο πόθος της για λύτρωση συντέλεσαν ώστε η μοναχή Πελαγία να γίνει το «σκεύος εκλογής» για ν' αποκαλυφθεί σ' αυτήν η Παναγία για την εύρεση της Αγίας εικόνας της στον αγρό του Δοξαρά στην πόλη της Τήνου (30 Ιανουαρίου 1823 μ.Χ.), γεγονός που έμελλε να κάμει την Τήνο ιερό νησί και να κατατάξει την Πελαγία μεταξύ των Αγίων. Το γεγονός δε αυτό συνέβη όταν η Όσια ήταν 73 χρόνων και αρχιερέας Τήνου ήταν ο Γαβριήλ.

Η Οσία Πελαγία έκανε, με τις πρεσβείες της Παναγίας και τη χάρη του Θεού, αρκετά θαύματα πριν και μετά τον θάνατο της, ο όποιος ήλθε στις 28 Απριλίου 1834 μ.Χ. και τάφηκε στο ναό των Ταξιαρχών του μοναστηριού.

Το 1973 μ.Χ. όμως, κτίστηκε μεγαλοπρεπής ναός στο όνομα της, όπου φυλάσσεται και προσκυνείται η αγία κάρα της σήμερα. Ανακηρύχτηκε αγία με Συνοδική Πατριαρχική Πράξη στις 11 Σεπτεμβρίου 1970 μ.Χ. και η μνήμη της ορίστηκε να τιμάται στις 23 Ιουλίου, την ήμερα δηλαδή του οράματος της.

ΤΟ ΟΡΑΜΑ ΤΗΣ ΕΥΡΕΣΕΩΣ

Η εύρεση της θαυματουργής εικόνας της Παναγίας, έγινε ύστερα από όραμα της Αγίας Πελαγίας.

Την Κυριακή 9 Ιουλίου 1822μ.Χ. βλέπει στον ύπνο της μία μεγαλοπρεπή κυρία με φωτοστέφανο, η οποία της εξηγεί πόσο υπέφερε θαμμένη τόσα χρόνια κάτω από το χώμα. Της ζήτησε όταν ξημερώσει να επισκεφθεί τον επίτροπο εσωτερικών υποθέσεων της Μονής και να του ανακοινώσει την επιθυμία της να αποκαλυφθεί το ερειπωμένο θαμμένο μέγαρό της στον αγρό του Αντ. Δωξαρά.

Όταν ξύπνησε κατάλαβε ότι η κυρία ήταν η Θεοτόκος και ότι το μέγαρο ήταν προφανώς ο Ναός Της. Της γεννήθηκαν όμως αμφιβολίες για το κατά πόσο μπορεί κάτι τέτοιο να συμβαίνει σε εκείνη την άσημη ταπεινή και το πώς θα έπρεπε να υποφέρει τους χλευασμούς και τις κοροϊδίες του δύσπιστου κόσμου. Έτσι αποφάσισε να μην αναφέρει τίποτα.

Την επόμενη Κυριακή 16 Ιουλίου 1822 μ.Χ., εμφανίζεται και πάλι στον ύπνο της η ίδια Κυρία δίνοντας και πάλι την ίδια παραγγελία. Η Πελαγία δεν είχε πλέον καμία αμφιβολία ότι ήταν η εκλεκτή από την Θεοτόκο, αλλά και πάλι την απέτρεψαν οι αμφιβολίες.

Όταν και την τρίτη Κυριακή 23 Ιουλίου 1822 μ.Χ. εμφανίζεται στον ύπνο της με στεναχωρημένο, αλλά αυστηρό ύφος ζητώντας εξηγήσεις για την αγνόηση της παραγγελίας της, η Πελαγία αποφασίζει πλέον να προχωρήσει χωρίς να ολιγωρήσει.

Την ίδια μέρα η Πελαγία κατέφυγε στην Ηγουμένη η οποία γνωρίζοντας τον ενάρετο βίο της την πίστεψε και επισκέφθηκε τον επίτροπο. Ο επίτροπος με την σειρά του ειδοποίησε με την συνοδεία της Πελαγίας τον Μητροπολίτη της Τήνου ο οποίος προσκαλεί τον λαό της Τήνου στον Μητροπολιτικό ναό των Ταξιαρχών, παρακαλώντας τον να συνδράμουν για τον σκοπό αυτό σε χρήμα ή και σε εργασία.

Ο λαός πρόθυμα άρχισε τις ανασκαφές στις αρχές Σεπτεμβρίου 1822 μ.Χ. από τις οποίες αποκαλύφθηκαν ο αρχαίος ναός του Διονύσου και ο ναός του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου. Ωστόσο δεν βρέθηκε κανένα ίχνος εικόνας πράγμα που επισκίασε το θετικό κλίμα και οδήγησε τον κόσμο σιγά, σιγά στην εγκατάλειψη του εγχειρήματος. Η Πανώλη θέριζε εκείνη την εποχή, πράγμα που ο επίτροπος το θεώρησε θεία τιμωρία.

Σε συνεργασία πάλι με τον Μητροπολίτη Τήνου συγκαλούν και πάλι τον λαό της Τήνου με την ίδια έκκληση ορίζοντας επιπλέον και μια επιτροπή ελέγχου του έργου. Όσο οι εργασίες δεν έφερναν αποτέλεσμα, ο λαός χλεύαζε και κατηγορούσε την Πελαγία ως ονειροπόλα.

Με δάκρια στα μάτια η Πελαγία ζητά την βοήθεια της Παναγίας, η οποία της αποκαλύπτει πλέον το ακριβές σημείο στο οποίο ήταν θαμμένη η εικόνα Της.

Στις 30 Ιανουαρίου 1823 μ.Χ., μετά από την υπόδειξη της εν λόγω θέσης, η αξίνα του Δημ. Βλάσση προσκρούει στο θαυματουργό εικόνισμα!

Πηγή: saint.gr

 Κατασκευή eshop ιστοσελίδων cloud φιλοξενία

nissan_tsioris_micra.png

output K8axPI

AIGLI
 

treorsisketo

athanasopoulos2017

Φαρμακεία

Πρωτοσέλιδα