Πάντα σε μια τραγική ιστορία τα βλέμματα όλων είναι στραμμένα στο πρόσωπο του πρωταγωνιστή και πολλές φορές συμπάσχουμε με το δράμα του. Πόσο μάλλον όταν κάθε χρόνο γινόμαστε συνοδοιπόροι του Χριστού προς την Σταυρική Του Θυσία!
Από την Μεγάλη Δευτέρα έως και το Μεγάλο Σάββατο, "προχωρούμε" πίσω Του. Σιωπηλοί, ευλαβείς, γεμάτοι ελπίδα για την Ανάστασή Του. "Βαδίζουμε" και τα μάτια μας είναι πάντα καρφωμένα στο σκυφτό Σώμα που κουβαλάει τον Ζωοποιό Σταυρό. "Κοιτάζουμε" γύρω μας, σαστισμένοι από την παράλογη μανία του όχλου. Κι εκεί, πίσω του, δίπλα μας ή ακόμα και στις παρυφές του δρόμου βαδίζουν, στέκονται, θρηνούν οι δευτεραγωνιστές του Θείου Δράματος.


Στην πορεία Του προς τον φρικτό Γολγοθά δεν είναι ποτέ μόνος.
Πίσω Του στο Πραιτώριο, έχει αφήσει μέσα στο μαύρο σύννεφο της Ιστορίας, έναν Άννα, έναν Καϊάφα, έναν Πόντιο Πιλάτο. Έχει αφήσει, όμως, και μια Αγία Πρόκλα. Βαδίζει με δυσκολία κάτω από τις ύβρεις και τις άναρθρες ιαχές του όχλου. Τα μάτια Του, όμως συναντούν τα δακρυσμένα μάτια των κρυφών μαθητών Του που ακολουθούν ανακατεμένοι στο πλήθος. Οι κόρες της Ιερουσαλήμ κλαίνε στην άκρη του δρόμου. Κι αυτός, παρηγορεί, ενθαρρύνει, αγαπάει. Σε μια καμπή του δρόμου, λυγίζει και ο Σταυρός αλλάζει ώμο. Η ανθρωπότητα που Τον σταυρώνει προσπαθεί να εξιλεωθεί με τον ώμο του Σίμωνα του Κυρηναίου. Και πάνω από όλες τις κραυγές και το θρήνο ακούγεται η φωνή του Λογγίνου, του Εκατόνταρχου που δίνει το πρόσταγμα να συνεχίσουν.
Και πάντα πίσω Του, με το ίδιο βήμα, την ίδια αναπνοή με Αυτόν , η Μάνα Του.
Ποιοι ήταν όμως όλοι αυτοί οι άνθρωποι; Ο Λογγίνος, ο Πόντιος Πιλάτος, ο Σίμων ο Κυρηναίος;


Στο σκοτεινό κήπο των Ελεών, ή αλλιώς Γεθ­ση­μα­νή, πέρα από τους πρωταγωνιστές, έχουμε και μια αναφορά για τον νέ­ο με το σεν­τό­νι (Μαρκ.14, 51-52): Ό­ταν συνέλαβαν το Χρι­στό στον κή­πο της Γεθ­ση­μα­νή ,ή­ταν ε­κεί και έ­νας νε­α­ρός τυλιγμένος με ένα σεν­τό­νι που πα­ρα­κο­λου­θού­σε τα γεγονό­τα. Η πε­ρί­ερ­γη αμ­φί­ε­ση του και το νε­α­ρό της η­λι­κί­ας του πα­ρα­κί­νη­σε κά­ποι­ους να θέ­λουν να του κά­νουν κακό. Αυ­τός ό­μως άφη­σε το σεν­τό­νι στα χέ­ρια των δι­ω­κτών του κι έ­φυ­γε μες τη νύχτα γυ­μνός. Το περιστα­τι­κό διασώζει μό­νο ο Ευ­αγ­γε­λι­στής Μάρ­κος και πι­θα­νόν να α­να­φέ­ρε­ται στον εαυτό του, α­φού ο Μυ­στι­κός Δεί­πνος έ­γι­νε στο σπί­τι του. Ί­σως να θέ­λη­σε κι αυ­τός να α­κο­λου­θή­σει το Χρι­στό και να μην του το ε­πέ­τρε­ψαν. Και με τον ενθου­σια­σμό της ηλι­κί­ας του να έ­βα­λε πά­νω του έ­να σεν­τό­νι κι ό­χι τα ρού­χα του για να μην τον πάρουν εί­δη­ση οι γο­νείς του, κι έ­φυ­γε μες τη νύ­χτα. Θα πρέ­πει να ή­ταν τό­τε 14-15 ετών.


Ο Άννας ο Πρεσβύτερος, γιος του Σηθ, ήταν ο πρώτος Αρχιερέας που διόρισαν οι Ρωμαίοι στην Ιουδαία, το 6 μ.Χ. Διαχειριζόταν το θησαυροφυλάκιο, πρωτοστατούσε στις θρησκευτικές τελετές, διηύθυνε την αστυνομία του Ναού και εκτελούσε χρέη δικαστή. Απομακρύνθηκε από τη θέση του το 15 μ.Χ.. Ωστόσο, άνθρωπος δόλιος και πονηρός, κατάφερε να διατηρήσει την ισχυρή επιρροή του στο Μεγάλο Εβραϊκό Συνέδριο μέσω των γιων του. Και οι πέντε γιοί του και ο γαμπρός του, Καϊάφας, κατάφεραν να γίνουν αρχιερείς. Οι γιοί του ήταν πάμπλουτοι, αφού είχαν την αποκλειστική διαχείριση των εσόδων του Ναού. Με την πολιτική τους είχαν μετατρέψει τον Ναό σε σπήλαιο ληστών (Ματθαίος κεφ. 21, στ. 13). Σύμφωνα με πηγές, πέθανε 90 χρονών.


Στο σπίτι του Άννα έχουμε και την μοναδική φορά που ο Χριστός διαμαρτύρεται. Διαμαρτυρήθηκε για το χαστούκι από τον δούλο, (Ι­ω­αν. 18, 22-23). Κα­τά την πα­ρά­δο­ση της εκ­κλη­σί­ας ο δού­λος αυ­τός ή­ταν ο ε­πί 38 χρό­νια πα­ρά­λυ­τος τον ο­ποί­ο θε­ρά­πευ­σε ο Ι­η­σούς στην κο­λυμ­βή­θρα του Σι­λω­άμ. Με­τά τη θε­ρα­πεί­α του έ­γι­νε δού­λος στην αυ­λή του αρ­χι­ε­ρέ­α Άν­να. Για να α­πο­δεί­ξει πως εί­ναι πι­στός στον αρ­χι­ε­ρέ­α και δεν έ­χει κα­μί­α σχέ­ση με τον ευερ­γέ­τη του τον Ι­η­σού, χα­στου­κί­ζει χω­ρίς αι­τί­α τον Ι­η­σού, χω­ρίς να λά­βει τέ­τοι­α δι­α­τα­γή και χω­ρίς να υ­πάρ­χει λό­γος. Δεν εί­χε κα­νέ­να λό­γο να βρί­σκε­ται ε­κεί, κα­νέ­νας δε θα πρό­σε­χε την α­που­σί­α του αν­τι­θέ­τως ό­λοι θα δι­και­ο­λο­γού­σαν εν­δε­χό­με­νη συμ­πά­θεια του προς τον Ιη­σού. Μα ο δού­λος νοι­ά­ζε­ται μό­νο για το ψω­μί του, μή­πως σκε­φτεί κά­τι ο αρ­χι­ε­ρέ­ας, μήπως τον δι­ώ­ξει και πώς θα ζή­σει. Η κί­νη­ση του να χα­στου­κί­σει τον Ι­η­σού ό­σο κι αν φαίνεται αυ­θόρ­μη­τη και α­ψυ­χο­λό­γη­τη εί­ναι βα­θιά υ­στε­ρό­βου­λη και με­λε­τη­μέ­νη και κρύβει πα­νι­κό και κα­κί­α.


Ο Καϊάφας είναι ο αρχιερέας, γαμπρός του Άννα (είχε παντρευτεί την κόρη του) και πρόεδρος του Μεγάλου Εβραϊκού Συνεδρίου, το οποίο δίκασε και καταδίκασε σε θάνατο τον Ιησού Χριστό. Αναφέρεται από τους τρεις εκ των τεσσάρων Ευαγγελιστών. Το πραγματικό του όνομα ήταν Ιωσήφ. Το «Καϊάφας» ήταν υποκοριστικό και σήμαινε «ο υποτάσσων» (το πιθανότερο) ή, κατ' άλλους «ο βράχος». Διορίστηκε αρχιερέας το 18 μ. Χ. Παρέμεινε στη θέση αυτή μέχρι το 36 μ.Χ., οπότε τον απομάκρυνε ο λεγάτος της Συρίας Βιτέλλιος. Εξυπηρετούσε τα συμφέροντα των Ρωμαίων. Αν και θρησκευτικός αρχηγός των Εβραίων, ποτέ δεν τους προστάτευσε απέναντι στις ρωμαϊκές αυθαιρεσίες. Δεν πρόβαλε καμιά αντίσταση όταν ο Πιλάτος αποπειράθηκε να εισαγάγει στα Ιεροσόλυμα αγάλματα του Καίσαρα, ή όταν άρπαξε τον κορβανά, το ταμείο του Ναού των Ιεροσολύμων κι έκανε σφαγές.
Ο Καϊάφας κατηγόρησε τον Χριστό για βλασφημία, αλλά ο ρωμαϊκός νόμος δεν προέβλεπε κάποια τιμωρία για τέτοια αδικήματα.
Ο Πιλάτος, πολύ φυσιολογικά, δεν δέχτηκε να καταδικάσει σε θάνατο κάποιον για τα μη αδικήματα που του απέδιδαν οι αρχιερείς. Ο Καϊάφας τότε τροποποίησε την κατηγορία και τόνισε ότι ο Χριστός αυτοαποκαλούνταν «Βασιλιάς της Ιουδαίας», γιατί σκόπευε να επαναστατήσει εναντίον των Ρωμαίων και να κυριεύσει ο ίδιος την Ιουδαία. Ο Πιλάτος, με την εμπειρία που είχε, δεν πείστηκε ότι ο κατηγορούμενος ήταν ένοχος, αλλά αντιλήφθηκε την πολιτική ανάγκη και τον αναπόφευκτο συμβιβασμό με το ιερατείο, που τακτικά συνεργάζονταν μαζί του για τα συμφέροντα της Ρώμης. Έτσι έδωσε τη διαταγή εκτέλεσης.
Το 36 μ.Χ. τον διαδέχτηκε στη θέση του Αρχιερέα ο κουνιάδος του, Ιωνάθαν.

Ο Πόντιος Πιλάτος, σύμφωνα με τους Εβραίους ιστορικούς, Ιώσηπο Φλάβιο και Φίλωνα της Αλεξάνδρειας, ήταν ένας χαιρέκακος και ασεβής επίτροπος, που προσπαθούσε με κάθε τρόπο να υπονομεύσει τους αρχαίους εβραϊκούς νόμους. Ήταν άνθρωπος ουσιαστικά χωρίς θρησκευτικές αρχές, τυπικά μόνο ακολουθούσε το ειδωλολατρικό πάνθεο της Ρώμης. Αλλά παράλληλα ήταν ιδιαίτερα δεισιδαίμονας. Επίσης αξιοσημείωτο είναι ότι, ενώ οι σύγχρονοί του ιστορικοί τον παρουσιάζουν ως ωμό, βίαιο, καχύποπτο και παλίμβουλο.
Καταγόταν από οικογένεια που είχε αντιταχθεί στον Ιούλιο Καίσαρα. Το 26 μ.Χ., ο Αυτοκράτορας Τιβέριος όρισε τον Πιλάτο, επίτροπο της Ιουδαίας. Ως επίτροπος είχε καθήκον να εισπράττει τους φόρους, να απονέμει δικαιοσύνη και να ασκεί τα τυπικά διοικητικά και στρατιωτικά καθήκοντα. Βασική του αποστολή ήταν να υπηρετεί τα συμφέροντα της Ρώμης και να κρατά τον λαό σε ηρεμία. Διοικούσε μία βοηθητική στρατιά 6 χιλιάδων αντρών, που αρκούσε για τη επιτήρηση της περιοχής, αλλά παρουσίαζε σημαντικές ελλείψεις σε περίπτωση μαζικής εξέγερσης.
Η άφιξη του Πιλάτου στην Ιουδαία σηματοδοτήθηκε από τρείς μεγάλες εξεγέρσεις.
Μάλιστα σε μια από αυτές έδωσε εντολή και ο στρατός ντύθηκε με πολιτικά ρούχα και αναμείχθηκε με το τεράστιο πλήθος. Ήταν οπλισμένοι με ρόπαλα κι όχι με σπαθιά, γιατί είχαν διαταγή να τρομοκρατήσουν τον κόσμο, αλλά να μην προκαλέσουν θανάτους. Ο Πιλάτος έδωσε σήμα και η επίθεση του στρατού ξεκίνησε. Χτυπούσαν αλύπητα με τα ρόπαλα και ο κόσμος πανικοβλήθηκε. Αρκετοί σκοτώθηκαν, άλλοι από τα χτυπήματα των Ρωμαίων και άλλοι ποδοπατήθηκαν από το πλήθος.
Στην περίπτωση του Ιησού, ο Πιλάτος όσο σκληρός και αν ήταν, έβλεπε ότι δεν είχε παραβιάσει κανένα εβραϊκό νόμο και για αυτό δεν είχε καμία πρόθεση να τον καταδικάσει σε θάνατο. Τελικά υπέκυψε για να κάνει το χατίρι των Αρχιερέων, που ήταν βασικοί του συνεργάτες στην άσκηση της εξουσίας. Άλλωστε για αυτόν ήταν μια διαμάχη μεταξύ μη Ρωμαίων. Πριν ανακοινώσει την απόφαση του, ο Πιλάτος «ένιψε τας χείρας του», ορίζοντας ως μοναδικούς υπεύθυνους τους Αρχιερείς. Αυτή ήταν μια εβραϊκή συνήθεια που δήλωνε την αποποίηση των ευθυνών.
Το τέλος τους
Ο Μητροπολίτης Αθηνών Μελέτιος, στην Εκκλησιαστική του Ιστορία αναφέρει τα εξής : Μετά την Ανάληψη του Κυρίου, ο ηγεμών της Ιουδαίας Πόντιος Πιλάτος, έγραψε αναφορά κατά καθήκον στον Αυτοκράτορα της Ρώμης Τιβέριο, αναφορικά με τα γεγονότα που συνέβησαν με τον Κύριό μας Ιησού Χριστό.
Ο Τιβέριος, που είχε πληροφορηθεί τα πάμπολλα θαύματα του Κυρίου, την εκ νεκρών Ανάστασή του, και ότι πολλοί πίστευαν ότι είναι Θεός, ανέφερε τα σχετικά στην Ρωμαϊκή Σύγκλητο, και φοβέρισε με θάνατο τους κατηγόρους των χριστιανών. Μετά την εκλογή των επτά διακόνων, επισυνέβη διωγμός στην Εκκλησία των Ιεροσολύμων. Τότε, η Μαρία η Μαγδαληνή, μαζί με τη Μάρθα, τον Λάζαρο και τον Ιωσήφ από Αριμαθαίας, επισκέφθηκαν τον Τιβέριο στη Ρώμη (κατά τον Βαρώνιο στη Μασσαλία της Γαλλίας), στον οποίον διηγήθηκε τα συμβάντα με τις παρανομίες που διέπραξαν οι Εβραίοι στον Χριστό και διαμαρτυρήθηκε για την άδικη θανάτωσή του.
Ο Τιβέριος εξοργίστηκε και διέταξε να φονευθούν οι Αρχιερείς (Καϊάφας –Άννας) και ο Πιλάτος.
Η απάντηση του Τιβέριου στον Πιλάτο, ήλθε με επιστολή επικριτική για την άδικη απόφασή του να καταδικάσει τον Χριστό, αλλά και την αποστολή του Επιτρόπου του Ραχαάβ μαζί με 2000 άνδρες, προκειμένου να τον συλλάβουν και να τον οδηγήσουν στη Ρώμη, ομού μετά των Αρχιερέων Καϊάφα και Άννα.
Μόλις δε ανέλαβε ο Βιτέλλιος την ηγεμονία της περιοχής της Συρίας, αντικατέστησε τον Πιλάτο με τον Μάρκελλο, και τον έστειλε στη Ρώμη, προκειμένου να απολογηθεί στον Τιβέριο. Έκαμε δύο έτη να φτάσει στη Ρώμη, και εν τω μεταξύ είχε αποθάνει ο Τιβέριος, ο δε νέος βασιλεύς Γάϊος Καλιγούλας, τον εξόρισε στην Βιέννη, όπου υπέστη μεγάλες συμφορές και απελπισμένος, αυτοκτόνησε.
Ο Βιτέλλιος υποστηρίζει ότι την ίδια τύχη είχε και ο Καϊάφας, ο οποίος αυτοκτόνησε. Το ίδιο δέχεται και ο Κλήμης Ρώμης. Ο δε πεθερός του Καϊάφα, Άννας,  είχε κι αυτός– Θεία δίκη – κακό θάνατο. (σσ. ΜΕΛΕΤΙΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΑΘΗΝΩΝ,ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ, ΤΟΜΟΣ 1, εν Βιέννη της Αούστριας 1794, σσ. 119-126). Οι λαϊκές δοξασίες θέλει τα σώματα των Άννα και Καϊάφα να μην τα δέχεται η Γη και να ξεθάβονται συνεχώς. Τέτοιες δοξασίες υπάρχουν στην Κρήτη και στην Ηλεία.


Πριν πάρει οποιαδήποτε απόφαση ο Πόντιος Πιλάτος, στέλνει τον Ιησού στον τετράρχη, Ηρώδη Αντίπα. Ο Ηρώδης ήταν τετράρχης της Γαλιλαίας και της Περαίας (πριν το 20 π.Χ.- 39). Ήταν γιος του Ηρώδη Α΄ του Μεγάλου, βασιλιά της Ιουδαίας, που είχε διατάξει την σφαγή των Νηπίων. Ο Ηρώδης Αντίπας ήταν ένας ιδιόμορφος ηγεμόνας. Ως χαρακτήρας ήταν πονηρός και φιλόδοξος, δεν ήταν όμως βίαιος και αιμοσταγής. Είχε συγκρουστεί με τον Πόντιο Πιλάτο. Σύμφωνα με πηγές, οι σχέσεις τους καλυτέρευσαν μετά την καταδίκη του Χριστού.
Ο Ηρώδης θέλει να δει αν είναι ο Χριστός όντως προφήτης και ακόμα καλύτερα, αν είναι η μετενσάρκωση του Βαπτιστή που τόσο φοβάται: «ήν γαρ θέλων εξ ικανού ιδείν αυτόν, διά το ακούειν πολλά περί αυτού. Και ήλπιζέ τι σημείον ιδείν υπ’ αυτού γινόμενον» (Λουκάς, 23:8). Ο Ιησούς σιωπά και δεν αποκρίνεται στις αλλεπάλληλες ερωτήσεις του. Ο Ηρώδης Τον εξευτελίζει, Τον ειρωνεύεται και Τον στέλνει πίσω στον Πιλάτο για να δικαστεί. Είναι αυτός που δίνει την εντολή να Τον ντύσουν με πορφύρα και να Του δώσουν έναν κάλαμο και να Τον χλευάσουν σαν Βασιλιά των Ιουδαίων.
Η βασιλεία του υπήρξε ταραχώδης. Όταν η δεύτερή του γυναίκα, Ηρωδιάδα, αντιλήφθηκε ότι θα έχαναν προνόμια από τη βασιλεία τους, τον παρακίνησε να πάει στη Ρώμη και να ζητήσει από τον Καλιγούλα τον βασιλικό τίτλο πίσω. Οι σκευωρίες όμως τού αντιπάλου του και αδερφού της Ηρωδιάδας τον εμπόδισαν να πραγματοποιήσει τον σκοπό του, καθώς τον κατηγόρησε ότι σχεδίαζε να ανασυστήσει το βασίλειο του Ηρώδη και για τον λόγο αυτό συγκέντρωνε οπλισμό. Ο Ηρώδης Αντίπας επιχείρησε να δικαιολογηθεί, ο Καλιγούλας όμως έγινε καχύποπτος και τον αντιπάθησε. Έτσι, όχι μόνο δεν του παραχώρησε τον βασιλικό τίτλο, αλλά και τον εξόρισε στη Γαλλία (στο Λούγδουνο, Lugdunum Convenarum, σημερινή Saint-Bertrand-de-Comminges) το 39 μ. Χ. .Η Ηρωδιάδα τον ακολούθησε στην εξορία, όπου τελικά πέθαναν και οι δύο ύστερα από μερικά χρόνια, με τραγικό θάνατο σύμφωνα με την παράδοση.


Κι ο Ιησούς αρχίζει να βαδίζει στην Οδό του Μαρτυρίου. Οι Μαθητές Του άφαντοι. Φοβισμένοι, σαστισμένοι, πρόβατα χωρίς τον Ποιμένα, κρύβονται. Κοντά Του βρίσκονταν μόνο οι γυναίκες που συνόδευαν την Μητέρα Του. Κι Αυτός βαδίζει μέχρι που λυγίζει. Και ακουμπάει σε έναν τοίχο για να μην πέσει. Σύμφωνα με την παράδοση ήταν ο τοίχος του σπιτιού του Σίμωνα του Κυρηναίου. Ενός γεροδεμένου αγρότη που η Θεία Πρόνοια τον θέλει να γυρίζει εκείνη την ώρα από τα χωράφια του με τα δυο του παιδιά, Αλέξανδρο και Ρούφο (μετέπειτα μαθητές του Αποστόλου Παύλου).
Οι Ρωμαίοι στρατιώτες του έδωσαν την εντολή να κουβαλήσει εκείνος τον Σταυρό του Ιησού και η πομπή ξαναξεκινά. Με τον Σίμωνα να κουβαλάει στους ώμους του τον βαρύ Σταυρό.
Ο Άγιος ευαγγελιστής Ιωάννης επισημαίνει ότι ο Ιησούς κουβάλησε μόνος Του καθ’ολη την διαδρομή τον Σταυρό.
Η παράβλεψη μπορεί να οφείλεται πιθανόν στο γεγονός, ότι ο Άγιος Ιωάννης δεν συνόδεψε την πομπή για τον Γολγοθά, αλλά έφυγε από την αυλή των αρχιερέων και συνάντησε την Παναγία αργότερα στα πόδια του Σταυρού.
Για τον Σίμωνα, τον άνθρωπο αυτό που βοήθησε την δύσκολη στιγμή τον Θεάνθρωπο, η Ιστορία δεν μας δίνει και πολλές πληροφορίες.
Οι τρεις ευαγγελιστές (Μτ 27.32, Μκ 15,21-22 και Λκ 23.26) τον ονομάζουν «Κυρηναίον». Η Κερύνεια (στα βόρεια της σημερινής Λιβύης) ήταν παλαιά Ελληνική αποικία, η όποια διέθετε μεγάλη παροικία Εβραίων.
Η παροικία αυτή αριθμούσε, κατά τον Δ' αιώνα π.Χ. περί τους 100.000 Εβραίους. Πολλοί από αυτούς έρχονταν στα Ιεροσόλυμα για το Πάσχα των Ιουδαίων.
Είναι πιθανόν ο Σίμωνας να είχε εγκατασταθεί στα Ιεροσόλυμα, εφόσον έρχονταν από τον αγρό.
Πολλοί ερευνητές θεωρούν ότι ο Σίμωνας ,ως Λίβυος, ήταν έγχρωμος-μαύρος-γεγονός που θα εξηγούσε και την αγγάρευσή του να άρει τον Σταυρό.
Μια αρχαία παράδοση λέει ότι κατά την διαδρομή προς τον Γολγοθά ο Ιησούς γύρισε μια φορά το κεφάλι Του προς τον Σίμωνα που ακολουθούσε με τον Σταυρό και τον ευχαρίστησε.
Ο Σίμωνας αισθάνθηκε ξαφνικά ότι ο Σταυρός ελάφρυνε και η καρδιά του γέμισε από χαρά. Δεν έφυγε αμέσως.
Παρέμεινε κοντά στον τόπο μέχρι το τέλος και φώναξε μαζί με τον Ρωμαίο στρατιώτη ,"Πράγματι αυτός ήταν ο Υιός του Θεού". Έπειτα βαπτίσθηκε χριστιανός.

Στην πορεία προς το Φρικτό Γολγοθά, κόσμος πολύς στέκεται δεξιά κι αριστερά του δρόμου. Οι άντρες και τα παιδιά που πριν λίγη ώρα ούρλιαζαν: "Άρον άρον, σταύρωσον αυτόν", ακολουθούν χλευάζοντας για να σιγουρευτούν ότι θα τιμωρηθεί ο βλάσφημος. Ο κόσμος, όμως, που στέκεται βουβός συμπάσχει. Σε μια άκρη του ατέλειωτου δρόμου μια ομάδα γυναικών θρηνεί και κλαίει το Χριστό σαν δι­κό τους άνθρω­πο χτυ­πών­τας τα στή­θη τους, ό­πως συ­νή­θι­ζαν να θρη­νούν στην Α­να­το­λή. Είναι οι κόρες της Ι­ε­ρου­σα­λήμ (Λουκ. 23, 27-31). Μια α­πό αυ­τές , η Βε­ρο­νί­κη , σφουγ­γί­ζει με έ­να μαν­τή­λι το μα­τω­μέ­νο πρό­σω­πο του Χρι­στού και πά­νω στο μαν­τή­λι α­πο­τυ­πώ­νε­ται η μορ­φή του. Ο Χρι­στός α­πευ­θυ­νό­με­νος στις γυ­ναί­κες τις πα­ρα­κι­νεί να μην κλαί­νε για αυ­τόν , αλ­λά για τους ε­αυ­τούς τους και τα παι­διά τους , για­τί σε λί­γα χρό­νια η Ι­ε­ρου­σα­λήμ θα κα­τα­στρα­φεί.


Και η ανηφορική πορεία κάποια στιγμή τελειώνει. Και "κρεμάται επί ξύλου, ο εν ύδασι την γην κρεμάσας." Και " Ήλοις προσηλώθη, ο νυμφίος της Εκκλησίας." Και " Λόγχη εκεντήθη, ο υιός της Παρθένου." Ποιος είχε το πρόσταγμα για όλα αυτά; Ο ε­κα­τόν­ταρ­χος (Ματθ.27,54),  ο Ρω­μαί­ος α­ξι­ω­μα­τι­κός Λογ­γί­νος. Υπηρετούσε τον Πιλάτο από το 26 μ.Χ. έως και το 33μ. Χ. Το όνομα του Εκατόνταρχου δεν αναγράφεται σε κανένα από τα Ευαγγέλια. Σ' όλα μνημονεύεται με το αξίωμά του, είτε ως Κεντυρίων, είτε ως Εκατόνταρχος. Ο Λογγίνος εκ των πραγμάτων υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας όλων των γεγονότων.

Την έκτη ώρα απλώθηκε πυκνό σκοτάδι σ' όλη τη γη, που διήρκεσε τρεις ώρες (Ματθ. κζ' 45, Μάρκου ε' 33 και Λουκά κγ' 44).
Την ενάτη ώρα ο Χριστός παρέδωσε το πνεύμα Του, όχι σαν κοινός άνθρωπος. Παραδόξως, δεν περιήλθε σε κωματώδη κατάσταση, ενώ βρισκόταν επί έξι ώρες στο Σταυρό, γεγονός ανθρωπίνως αδύνατο και παντελώς άγνωστο στην ιστορία των σταυρικών εκτελέσεων. Αλλά, πριν να παραδώσει το πνεύμα Του, με δυνατή φωνή αναβόησε το: «ηλί, ηλί, λιμά σαβαχθανί» δηλαδή «Θεέ μου, Θεέ μου, ίνα τι με έγκατέλιπες» (Ματθ. κζ 46, Μάρκου ιε, 34).

Και ευθύς, μετά τον θάνατό Του, η γη σείσθηκε, βουνά και πέτρες εσχίσθηκαν και μνημεία ανοίχθηκαν, άγιοι δε αναστήθηκαν και εμφανίσθηκαν σε πολλούς, μέσα στην Ιερουσαλήμ, μετά την ανάσταση του Κυρίου (Ματθ. κζ' 51-53, Μάρκου ιε' 38 και Λουκά κγ' 45-46).

Ο Λογγίνος καταλήφθηκε από ιερό φόβο. Όλα αυτά τα παράδοξα γεγονότα για πρώτη φορά συνέβαιναν στην ιστορία της ανθρωπότητας. Τώρα πια, δεν είχε καμιά αμφιβολία, ότι ο Ιησούς ήταν Υιός του Θεού. Εκεί, επάνω στο λόφο του Γολγοθά, εμπρός στον εσταυρωμένο Ιησού, ο Λογγίνος ανοίγει το στόμα του για να κάνει - αυτός πρώτος - τη μεγάλη ομολογία: «Αληθώς ο άνθρωπος ούτος, Υιός ήν Θεού» (Μάρκου ιε' 39, Λουκά κγ' 47 και Ματθ. κζ' 54). Είναι ο πρώτος Αξιωματικός, αλλά και ο πρώτος από τους επισήμους που ομολογεί τη Θεότητα του Χριστού ευθύς μετά την σταύρωσή Του.

Την ιδία ομολογία έκαναν και οι στρατιώτες, που φρουρούσαν τον Ιησού και ήταν υπό τις διαταγές του (Ματθ. κζ' 54).

Ο Εκατόνταρχος Λογγίνος το ίδιο επανέλαβε και στο μέσο της συναγωγής των Ιουδαίων: «Αληθώς Θεού Υιός ήν ούτος». Ακολούθως, ο Εκατόνταρχος διατάχθηκε από τον Πιλάτο να φυλάξει με την κουστωδία του τον τάφο. Προφανώς, στην ανάθεση και πάλι της φυλάξης από τον Λογγίνο, οι Ιουδαίοι δεν αντέδρασαν, διότι, μετά τα τόσα θαυμαστά γεγονότα, κατά και μετά τη Σταύρωση του Κυρίου, οπωσδήποτε βρίσκονταν υπό μεγάλη σύγχυση.
Μετά το θαυμαστό άνοιγμα του Τάφου και τη βεβαίωση των φρουρών, περί της Αναστάσεως του Κυρίου, έτρεξαν μερικοί από αυτούς και ανήγγειλαν τα γενόμενα στους Αρχιερείς. Εκείνοι δε, επειδή θεώρησαν μεγάλη ντροπή τους την Ανάσταση του Χριστού, σκέφθηκαν την δωροδοκία. Δωροδόκησαν τους φρουρούς να διαδώσουν, ότι οι μαθητές Του πήγαν κρυφά τη νύχτα, την ώρα που αυτοί κοιμούνταν, και έκλεψαν το σώμα του Χριστού (Ματθ. κη' 13).
Ο Λογγίνος δεν δέχεται ούτε ένα αργύριο. Αντίθετα, παραιτείται από το αξίωμά του και γίνεται κήρυκας της Ανάστασης του Θεανθρώπου. Ο Πιλάτος, με εντολή του Καίσαρα, στέλνει στρατιώτες στην Καππαδοκία, στο πατρικό του Λογγίνου να τον σκοτώσουν. Οι στρατιώτες φτάνοντας ένα βράδυ στο σπίτι του και μη γνωρίζοντας, ότι ήταν εκείνος που ζητούσαν, τον ρώτησαν μυστικά να τους υποδείξει τον τόπο που κατοικούσε ο πρώην Αξιωματικός του Ρωμαϊκού στρατού. Αυτός τους φιλοξένησε δυο μέρες χωρίς να τους αποκαλύψει την ταυτότητά του. Δεν το έκανε από δειλία. Απλά περίμενε δυο ακόμα συντρόφους του, πρόθυμοι κι αυτοί να θυσιαστούν για την Πίστη τους.
Το πρωί της τρίτης μέρας και έχοντας υποδεχτεί και τους φίλους του, αποκάλυψαν στους στρατιώτες τα ονόματά τους. Και οι τρείς μαζί μαρτύρησαν δια αποκεφαλισμού.


Και μετά η Αποκαθήλωση. Το Σώμα του Χριστού δεν μπορούσε να μείνει στο Σταυρό για το Πάσχα των Εβραίων. Αλλά ποίος τολμούσε να κάνει το βήμα μπρος και να βγει από το πλήθος; Ο Ι­ω­σήφ ο α­πό Α­ρι­μα­θαί­ας (Λουκ. 23,50-56) ο «ευσχήμων» βου­λευ­τής, μέ­λος του Με­γά­λου Συ­νε­δρί­ου. Το Μέ­γα Συ­νέ­δριο αποτελεί­το α­πό 70 βου­λευ­τές, πλού­σιους και ε­πι­φα­νείς Ι­ου­δαί­ους οι ο­ποί­οι εί­χαν οριστεί α­πό το ι­ε­ρα­τεί­ο του να­ού και τους Ρω­μαί­ους να εκ­προ­σω­πούν τον υ­πό­δου­λο λα­ό. Εί­χαν και δι­κα­στι­κά κα­θή­κον­τα ,κυ­ρί­ως σε θέ­μα­τα α­στι­κού δι­καί­ου αλ­λά και τήρη­σης του μω­σα­ϊ­κού νό­μου. Ήταν πλούσιος σύμφωνα με τον Ματθαίο και πιο συγκεκριμένα «εὐσχήμων βουλευτής» (Μαρκ. 15:42). Το αξίωμα του «βουλευτή» τον κατέτασσε ανάμεσα στα μέλη του Μεγάλου Συνεδρίου των Ιουδαίων, ενώ ο χαρακτηρισμός «εὐσχήμων» φανερώνει άνθρωπο ευλαβή και συνετό. Ο Λουκάς τον ονομάζει άντρα «ἀγαθὸ καὶ δίκαιο» (Λουκ. 23:50), γνωρίσματα που αποδεικνύονται με τη στάση του. Όταν το Συνέδριο των Ιουδαίων αδίκως καταδίκασε τον Ιησού, ο Ι­ω­σήφ μει­ο­ψή­φι­σε στη θα­να­τι­κή κα­τα­δί­κη.
Τους κα­τα­δι­κα­σμέ­νους σε θά­να­το δεν τους έ­θα­βαν, αλ­λά τους ά­φη­ναν για και­ρό ά­τα­φους να τους φά­νε τα ά­γρια που­λιά. Ο Ιωσήφ, όμως, τόλμησε και πήγε στον Πιλάτο και του ζήτησε να κηδέψει το σώμα του Ιησού Χριστού. Αφού έλαβε την άδεια του, μαζί με τον Νικόδημο κατέβασαν από το σταυρό το σώμα του Κυρίου, Το περιέβαλαν σε σινδόνια και Τον αλείφει με πανάκριβα αρώματα που προσέφερε ο Νικόδημος (Ιωάν. 19:39). Τον θάβει με κάθε επισημότητα ακολουθώντας την ιουδαϊκή παράδοση. Και δε φτάνει μόνο αυτό. Παραχωρεί τον τάφο, τον δικό του, τον λαξευτό, τον ακατοίκητο, τον καινούριο, στον Ιησού.
Μετά την ένδοξη Ανάσταση του Χριστού, ο Άγιος Ιωσήφ «δαπάνησε» το υπόλοιπο της ζωής του, όπως και οι υπόλοιποι μαθητές Του, κηρύττοντας το Ευαγγέλιο στα έθνη. Κατά την παράδοση ο Άγιος κατευθύνθηκε προς την Αγγλία, όπου και εργάστηκε ιεραποστολικά μέχρι την ειρηνική του κοίμηση.


Δίπλα στον Ιωσήφ στέκεται άλλη μια επιβλητική μορφή. Ο νυχτερινός μαθητής του Ιησού, ο Νικόδημος. Ο Νικόδημος ήταν "αρχών" των Ιουδαίων. Δηλαδή, λαϊκός, μέλος του Μεγάλου Συνεδρίου και Φαρισαίος. Ως Φαρισαίος ανήκε στην οργανωμένη και πολυμελή ομάδα, που αριθμούσε πάνω από 6.000 μέλη και εκπροσωπούσε τις εθνικιστικές ιδέες του Ισραήλ, καθώς και τις φανατικότερες αντιλήψεις περί Μεσσία, που επιμελούνταν και καυχόταν για την πιστή τήρηση του Νόμου. Υπό την ιδιότητα του αυτή, ο Νικόδημος μετείχε του Μεγάλου Συνεδρίου, και η οποία ήταν μία από τις προϋποθέσεις συμμετοχής σ' αυτό. Με τις δύο αυτές ιδιότητες, του Φαρισαίου και μέλους του Μεγάλου Συνεδρίου, ο Νικόδημος ήταν νομικός.
Ήταν όμως και ο νυχτερινός μαθητής. Ο ευαγγελιστής Ιωάννης περιγράφει συνομιλία του Ιησού με τον Νικόδημο, η οποία όπως φαίνεται (Ιωαν. ιθ, 39) ήταν η πρώτη. Ασφαλώς θα επακολουθήσαν και άλλες. Η συνομιλία έγινε νύχτα. Το γεγονός αυτό δεν πρέπει να αποδοθεί σε φόβο του Νικόδημου. Και τούτο, διότι, α) κατά την προσέλευσή του εξέφραζε τη γνώμη και άλλων συναδέλφων του για τον Ιησού (Ιωαν. γ' 2). β) Χρονικά η επίσκεψη έγινε σε εποχή κατά την οποία είχε αναπτυχθεί το ενδιαφέρον για τον Ιησού και δεν είχε δημιουργηθεί το εναντίον του εχθρικό κλίμα από τους Φαρισαίους. γ) ο Νικόδημος κάθε άλλο παρά δειλός υπήρξε, όπως το απέδειξε μετέπειτα σε πολύ κρίσιμες στιγμές (απόπειρα συλλήψεως, δίκη, αποκαθήλωση). Συνεπώς, δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός, ότι ή νυκτερινή επίσκεψη οφειλόταν σε φόβο. Το ορθόν είναι ότι ο Νικόδημος ακολούθησε τη συνήθεια των διανοουμένων της εποχής του να συζητούν σε ώρες νυκτερινές, διότι θεωρούσαν τη νύχτα κατάλληλη για την μελέτη του Νόμου, λόγω της μονώσεως και της ησυχίας, που μπορούσαν να επιτύχουν. Σε αυτές τις συνομιλίες, ο Ιησούς, επειδή γνώριζε τη διάνοια του συνομιλητή του, διατύπωσε μεγάλες θεολογικές αλήθειες.
Ο Νικόδημος ήταν επίσης αυτός που απέτρεψε τη σύλληψη του Χριστού. Ήταν τελευταία ήμερα της εορτής της Σκηνοπηγίας, όταν οι Φαρισαίοι, ενώ δίδασκε ο Ιησούς τον λαό, επεχείρησαν να τον συλλάβουν, δια των υπηρετών τους. Αυτοί όμως επέστρεψαν άπρακτοι, διότι επηρεάσθηκαν από τη διδασκαλία του, λέγοντας "ουδέποτε ούτως ελάλησεν άνθρωπος ως ούτος ο άνθρωπος" (Ιωαν. ζ'. 46). Οι Φαρισαίοι εξοργίσθησαν και τους επετίμησαν λέγοντας ότι ουδείς άρχοντας πίστεψε σ' αυτόν τον πλάνο, παρά μόνο ο όχλος που είναι καταραμένος, γιατί αγνοεί τον Νόμο. Τότε ακριβώς επεμβαίνει ο Νικόδημος λέγοντας "μη ο νόμος ημών κρίνει τον άνθρωπον, εάν μη ακούση παρ' αυτού πρότερον και γνώ τί ποιεί"( Ιωαν. ζ', 51). Δεν παρουσιάζεται αμέσως ως υπερασπιστής του Ιησού, αλλά ως τηρητής του νόμου. Ενώ κατηγορούσαν τοv λαό για αγνοία του νόμου, αυτός αντιστρέφει την κατηγορία εμμέσως πλην σαφώς, προς τους Φαρισαίους. Τους υπενθυμίζει την παγκοσμίου ισχύος θεμελιώδη δικονομική αρχή που είχε συλλάβει και εκφράσει ή αρχαία ελληνική σκέψη "μηδενί δίκην δικάσης πριν αμφοίν μύθον ακούσης". Δικαίωμα ιερό και απαραβίαστο, που καθιέρωνε ρητώς ο Μωσαϊκός νόμος.
Από τη στιγμή της σύλληψής του ο Ιησούς εγκαταλείφθηκε από τους μαθητές του. Μόνο ο Ιωάννης τον ακολούθησε στον Γολγοθά. Ως άνθρωποι υπέκυψαν στον φόβο, ακόμα και ο Πέτρος. Μετά το "τετέλεσται" εμφανίζονται οι δυο επίσημοι-κρυφοί μαθητές. Ο Ιωσήφ πήγε στον Πιλάτο και ζήτησε το σώμα του Χριστού. Ο Νικόδημος δεν πήγε, αλλά έφερε "μίγμα σμύρνης και αλόης ωσεί λίτρας εκατόν". Ότι δεν συνόδευσε ο Νικόδημος τον Ιωσήφ στον Πιλάτο δεν οφείλεται σε φόβο, αλλά στον καταμερισμό των ενεργειών τους.
Το πώς πέθανε ο Νικόδημος δεν το γνωρίζουμε. Ούτε τι έγινε μετά την Ανάληψη του Ιησού. Μια παράδοση τον θέλει να καθαιρείται από το αξίωμά του και να εξορίζεται από την Ιερουσαλήμ. Όταν,πέθανε πιθανώς, ενταφιάσθηκε από τον Γαμαλιήλ, κοντά στον πρωτομάρτυρα Στέφανο στα Καφαργάμαλα.
Και ο Ιωσήφ και ο Νικόδημος τιμούνται από την Εκκλησία μας μαζί με τις μυροφόρες.


Μυροφόρες είναι οι γυναίκες που ακολουθούσαν το Κύριο μαζί με τη Μητέρα του, έμειναν μαζί της κατά την ώρα του σωτηριώδους πάθους και φρόντισαν να αλείψουν με μύρα το σώμα του Κυρίου.
Την ώρα της Αποκαθήλωσης παρευρίσκονταν κατά τον ευαγγελιστή Μάρκο η Μαρία η Μαγδαληνή και η άλλη Μαρία που καθόταν απέναντι του τάφου. Άλλη Μαρία εννοούσε οπωσδήποτε τη Θεομήτορα. Δεν παρευρισκόταν μόνο αυτές, αλλά και πολλές άλλες γυναίκες όπως αναφέρει και ο Λουκάς.
Οι μυροφόρες αφού ετοίμασαν τα μύρα και τα αρώματα ήρθαν την πρώτη της εβδομάδος, την Κυριακή πολύ πρωΐ, όπως αναφέρουν όλοι οι ευαγγελιστές στο μνήμα για ν' αλείψουν μ ε αυτά το σώμα του Κυρίου . Ο Λουκάς αναφέρει: "Τη πρώτη της εβδομάδος, όρθρο βαθύ, ήρθαν στο μνήμα, η Μαρία Μαγδαληνή, η του Ιακώβου, η Ιωάννα και άλλες μαζί τους''. Ο Ματθαίος αναφέρει: "αργά το Σάββατο, ξημερώνοντας την πρώτη της εβδομάδος και δύο μυροφόρες προσήλθαν". Ο Ιωάννης αναφέρει "Το πρωΐ, ενώ ήταν σκοτεινά και ήταν μόνο η Μαρία Μαγδαληνή". Ενώ ο Μάρκος αναφέρει: "Πολύ πρωΐ της πρώτης της εβδομάδος και ήταν τρείς οι προσερχόμενες μυροφόρες".
Φαίνονται βέβαια να διαφωνούν κάπως οι ευαγγελιστές μεταξύ τους τόσο για την ώρα, όσο και για τον αριθμό των γυναικών. Οι μυροφόρες ήταν πολλές και ήλθαν στον τάφο όχι μια φορά, αλλά και δυο και τρεις φορές σταδιακά και όχι στον ίδιο χρόνο ακριβώς.

Πρώτη απ' όλους ήλθε στον τάφο του Υιού του Θεού η Θεοτόκος, έχοντας μαζί τη Μαρία τη Μαγδαληνή . Το συμπεραίνουμε από τον ευαγγελιστή Ματθαίο γιατί αναφέρει, "ήλθε η Μαγδαληνή Μαρία και η άλλη Μαρία", που ήταν οπωσδήποτε η Θεομήτωρ, "για να δουν τον τάφο. Και έγινε μεγάλος σεισμός, γιατί άγγελος Κυρίου ήλθε, σήκωσε τη μεγάλη πέτρα από το μνημείο και κάθισε πάνω της. Ήταν η μορφή του σαν αστραπή και το ένδυμά του λευκό σαν χιόνι και από το φόβο τους ταράχθηκαν οι φύλακες και έγιναν σαν νεκροί".
Έτσι ο άγγελος κατά το κείμενο τους έδειξε το κενό μνημείο και είπε στις μυροφόρες να αναγγείλουν το χαρμόσυνο νέο και στους μαθητές
Ο Όσιος Δαμασκηνός ο Στουδίτης αναφέρει αναλυτικά ποιες ήταν οι Μυροφόρες:


Η πρώτη Μυροφόρα είναι η Μαρία η Μαγδαληνή από την οποία ο Χριστός είχε βγάλει επτά δαιμόνια. Και για αυτή την ευεργεσία τον ακολουθούσε.
Πολύ λανθασμένα την Αγία Μαρία Μαγδαληνή οι δυτικοί την συγχέουν με δυο άλλες γυναίκες. Άλλοι την ταυτίζουν με την μοιχαλίδα που είχε καταδικαστεί σε λιθοβολισμό και την έσωσε ο Ιησούς και άλλοι με τη αμαρτωλή γυναίκα που άλειψε τον Κύριο με μύρο. Η Αγία καμία σχέση δεν είχε με αυτές τις γυναίκες. Ησύγχυση έχει τις ρίζες της σε μια αίρεση του Μεσαίωνα.
Μετά την ανάληψη του Χριστού πήγε στη Ρώμη στον αυτοκράτορα Τιβέριο και θεράπευσε το μάτι του. Επίσης κατήγγειλε στον Τιβέριο τον Πιλάτο και τους αρχιερείς για την άδικη σταύρωση του Χριστού κι αυτός τους θανάτωσε. Η Μαρία η Μαγδαληνή πέθανε στην Έφεσο όπου την έθαψε ο Ιωάννης ο Θεολόγος. Αργότερα ο αυτοκράτορας Λέων ο Σοφός, πήρε τα λείψανά της στην Κωνσταντινούπολη. Η Εκκλησία γιορτάζει τη μνήμη της στις 22 Ιουλίου.
 Δεύτερη ήταν η Σαλώμη κόρη του Ιωσήφ του Μνήστορος η οποία αργότερα παντρεύτηκε τον μικρό Ζεβεδαίο. Ήταν μητέρα των Αποστόλων Ιακώβου και Ιωάννου. Μετά την ίδρυση της χριστιανικής Εκκλησίας στην Ιερουσαλήμ, η Σαλώμη εξακολούθησε να διακρίνεται για το ζήλο και τις ελεημοσύνες της. Ο διωγμός εναντίον της εκκλησίας στην Ιερουσαλήμ, προξένησε μεγάλη λύπη στη Σαλώμη. Η καρδιά της υπέστη μεγάλο σπαραγμό την ήμερα, που ο Ηρώδης αποκεφάλισε τον πρωτότοκο γιο της Ιάκωβο. Αλλά η ελπίδα στον Χριστό την ενίσχυσε και με την προσδοκία των αιωνίων αγαθών παρέδωσε την ψυχή της ειρηνικά. Η Ορθόδοξη Εκκλησία εορτάζει τη μνήμη της Αγίας Σαλώμης στις 3 Αυγούστου
Τρίτη μυροφόρος ήταν η Ιωάννα η γυναίκα του Χουζά ο οποίος ήταν επίτροπος και οικονόμος στο σπίτι του βασιλιά Ηρώδη.
Τέταρτη η Μαρία η αδερφή του Λαζάρου η οποία προηγουμένως είχε αλείψει τον Χριστό με το μύρο όπως γράφει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης.
Πέμπτη ήταν η αδερφή της η Μάρθα η οποία υπηρετούσε τον Χριστό με πολύ προθυμία από την αρχή.
Έκτη είναι η Μαρία η γυναίκα του Κλωπά. Γιοι της Μαρίας αυτής, ήταν ό Ιωσής και ό Ιάκωβος. Ό τελευταίος συγκαταλέχθηκε μεταξύ των 12 αποστόλων, ονομαζόταν μάλιστα Μικρός για να διακρίνεται από τον άλλο Ιάκωβο τον αδελφό του Ιωάννη του Θεολόγου.
Αυτή τη Μαρία, ο ευαγγελιστής Ιωάννης ονομάζει «αδελφή της Θεοτόκου». Ο Ιωακείμ, ο πατέρας της Παναγίας είχε ένα αδελφό και όταν εκείνος πέθανε χωρίς να έχει παιδί, πήρε την γυναίκα του ως σύζυγο του σύμφωνα με τον Μωσαϊκό νόμο. Με αυτήν απέκτησε ένα παιδί, τη Μαρία.
Στο ευαγγέλιο του Ιωάννη διαβάζουμε ότι κάτω από το σταυρό του Ιησού ήταν η μητέρα Του, και η αδερφή της μητέρας Του Μαρία η γυναίκα του Κλωπά, και η Μαρία η Μαγδαληνή (Ιω 19,25). Στο ευαγγέλιο του Ματθαίου αναφέρεται ότι βρίσκονταν η Μαρία η Μαγδαληνή, η Μαρία μητέρα του Ιακώβου και του Ιωσή και η μητέρα των γιων του Ζεβεδαίου (Ματ 27,56). Στο δε ευαγγέλιο του Μάρκου αναφέρονται η Μαρία η Μαγδαληνή, η Μαρία η μητέρα του Ιακώβου του μικρού, του Ιωσή και της Σαλώμης (Μακ 15,40). Εάν συσχετίσουμε τα παραπάνω χωρία καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι η Μαρία του Κλωπά και η μητέρα του Ιακώβου του μικρού και του Ιωσή, είναι το ίδιο πρόσωπο, και ότι πρόκειται για την αδερφή της Παρθένου Μαρίας.
Η Μαρία του Κλωπά αναφέρεται για πρώτη φορά κατά την ημέρα της Σταυρώσεως. Το βράδυ της ίδιας ημέρας την βρίσκουμε μαζί με την Μαρία τη Μαγδαληνή να κάθονται απέναντι στον τάφο (Ματθαίος 27,31, Μάρκος 15,47), ενώ το πρωί της επόμενης ημέρας ήταν μια από τις μυροφόρες, που πήγαν στον τάφο μαζί με δύο άλλες γυναίκες για να αλείψουν το σώμα του Ιησού με αρώματα και που ευτύχησαν ν' ακούσουν το χαρμόσυνο άγγελμα της Ανάστασης (Ματθαίος 28,1, Μάρκος 16,1, Λουκάς 23,56).

Επίσης η Μαρία του Κλωπά, ήταν παρούσα και κατά την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος στο υπερώο. Όταν σχηματίστηκε η πρώτη Εκκλησία στην Ιερουσαλήμ, η Μαρία εξακολούθησε να προσφέρει σ' αυτή τις υπηρεσίες της, για την επέκταση της αληθινής πίστης και για κάθε καλό και φιλάνθρωπο έργο.
Έβδομη Μυροφόρος ήταν η Σωσσάννα.
 Υπήρχαν κι άλλες Μυροφόρες που βοηθούσαν τις παραπάνω, όπως λέει ο Ευαγγελιστής Λουκάς, αλλά τα ονόματα τους δεν αναφέρονται από τους Ευαγγελιστές γιατί δεν τις θεωρούσαν σημαντικές. Η Εκκλησία μας εορτάζει τη μνήμη τους την Κυριακή των Μυροφόρων.


Και ο κύκλος των δευτεραγωνιστών κλείνει με μια διακριτική φιγούρα εκεί που ξεκίνησαν όλα. Στο Πραιτώριο. Η γυναίκα του Ποντίου Πιλάτου στέκει μόνη και τα μάτια της είναι καρφωμένα στον Γολγοθά. Το όνομα της συζύγου του Πόντιου Πιλάτου κατά την παράδοση είναι το Πρόκλα το οποίο προέρχεται από το λατινικό όνομα Procula και στην μεταφορά του στην ελληνική αναφέρεται ως Πρόκλα.
Ανάμεσα στις 12 Ευαγγελικές περικοπές της Μεγάλης Πέμπτης διαβάζουμε και το ακόλουθο: «Καθημένου δε αυτού επί του βήματος απέστειλε προς αυτόν η γυνή αυτού λέγουσα· μηδέν σοι και τω δικαίω εκείνω· πολλὰ γαρ έπαθον σήμερον κατ' όναρ δι' αυτόν». (Ματθ.27,19) "Μην κάνεις κάτι εναντίον αυτού του αθώου, γιατί πολύ ταλαιπωρήθηκα απόψε στ’ όνειρό μου εξαιτίας του".
Σε αυτόν τον στοίχο πληροφορούμεθα μέσα από το ευαγγέλιο για το όνειρο της γυναίκας του Πόντιου Πιλάτου την οποία βέβαια ο ευαγγελιστής την αφήνει ως ανώνυμη και την αναφέρει απλά ως "γυνή αυτού".
Για τον βίο της επίσης πολλά δεν είναι γνωστά παρά μόνο μέσα από τα απόκρυφα ευαγγέλια αλλά και την παράδοση και με βάση κάποιες έρευνες και κάποια στοιχεία μπορούμε να τα θεωρήσουμε πιο ασφαλή και αληθινά.
Η Πρόκλα ανήκε σε κάποια αριστοκρατική οικογένεια της Ρώμης. Πριν το 26 μ.Χ. νυμφεύεται τον Πόντιο Πιλάτο που αν και η καταγωγή του προέρχεται από την τάξη των ιππέων προωθήθηκε στο αξίωμα του επάρχου και επιτρόπου λόγω της εύνοιας που είχε από τον Λεύκιο Αιλίο Σηιανό αρχηγού των Πραιτωριανών και ευνοούμενος του αυτοκράτορα Τιβέριου.
Το 26 μ.Χ. ο σύζυγος της Πόντιος Πιλάτος μετατέθηκε και ανέλαβε την επαρχία των Ιουδαίων και η σύζυγός του τον ακολούθησε μέχρι εκεί, κάτι που δεν συνηθιζόταν εκείνη την περίοδο αλλά είτε από αφοσίωση στον σύζυγό της είτε από την αγάπη που της έτρεφε ο Πιλάτος ή και από τα δύο μαζί έφτασε κι αυτή στην Ιουδαία.
Διέμεναν στο Πραιτώριο το παλιό παλάτι του Ηρώδη που έμεινε στην ιστορία ως ο σφαγέας των νηπίων και δήμιος των πρώτων μαρτύρων στην Καινή Διαθήκη.
Το 33 μ.Χ. μετέβησαν για το Πάσχα στα Ιεροσόλυμα για να ελέγχει την κατάσταση στο κέντρο των Εβραίων που θα κατέκλυζαν την Ιερουσαλήμ εκείνη την περίοδο μολονότι ανέφερε ότι το έκανε για να τιμήσει τους Ιουδαίους για τις θρησκευτικές τους εορτές. Όταν ο Ιησούς οδηγείται ενώπιον του Πιλάτου, η σύζυγος του αποστέλλει έναν έμπιστο της να ενημερώσει τον Πιλάτο ώστε να τον προειδοποιήσει να μην βλάψει τον Ιησού. Φαίνεται πως η σύζυγος του Πόντιου Πιλάτου είχε μια μεγάλη επιρροή πάνω του. Ο έμπιστος της Πρόκλας ενημερώνει εν μέσω της δικής του Ιησού τον Πιλάτο για το όνειρο της συζύγου του ενώ η ίδια παρακολουθεί διακριτικά από απόσταση σεβόμενη τον άνδρας της και το αξίωμά του. Ο ίδιος σκεπτικός και προβληματισμένος προσπαθεί να βρει λύση.
Δυστυχώς ο Πόντιος Πιλάτος δεν κατάφερε να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων διότι φοβούνταν τους Ιουδαίους αρχιερείς οι οποίοι και παλαιότερα προσπάθησαν να τον συκοφαντήσουν στον Καίσαρα.
Η ιστορία μας κρύβει και πάλι το τι απογίνεται η σύζυγος του Πιλάτου.
Η Αγία Πρόκλα άγνωστο το πότε αλλά από πολύ νωρίς στην ιστορία του χριστιανισμού κατατάσσεται στην χωρία των αγίων μιας και γίνεται πολλές φορές μνεία σε εκκλησιαστικά χειρόγραφα για την εορτή της μνήμης της, η οποία μάλιστα είναι στις 27 Οκτωβρίου, αλλά προς τιμήν της υπήρχε και μόνη αφιερωμένη σε αυτήν στην περιοχή της Κωνσταντινούπολης τον 13ο αιώνα.

nissan_tsioris_note.png


 

Πρωτοσέλιδα