14 Απριλίου - Άγιοι Ραφαήλ, Νικόλαος, Ειρήνη και οι συν αυτοίς,  Άγιοι Αρίσταρχος, Πούδης και Τρόφιμος Απόστολοι από τους εβδομήντα, Αγία Θωμαΐς, Άγιος Αρδαλίων ο Μίμος, Άγιος Δημήτριος ο Πελοποννήσιος, Άγιοι Αντώνιος, Ιωάννης οι αυτάδελφοι και Ευστάθιος οι Μάρτυρες  και Σύναξη της Υπεραγίας Θεοτόκου εν Βιλένσκ,  Άγιοι Χριστόδουλος και Αναστασία και οι συν αυτοίς Νεομάρτυρες, Ανάμνηση θαύματος Αγίου Μηνά στο Ηράκλειο της Κρήτης και Άγιοι Εκατόν εβδομήντα εννιά Οσιομάρτυρες οι εν τη μονή Νταού Πεντέλης μαρτυρήσαντες

Άγιοι Ραφαήλ, Νικόλαος, Ειρήνη και οι συν αυτοίς

Ὡς φῶς ἡμῖν ὤφθησαν Ραφαὴλ μέγα
Ὁμοῦ καὶ Νικόλαος οἱ κεκρυμμένοι.
Εἰρήνη ἀθλήσασα σὺν τοῖς τοκεῦσι
Ἡμῖν ἤδη ἔγνωσται θαύμασι ξένοις.
Καρυῶν ἀθλήσαντες Μονῇ τῇ πάλαι
Τῆς ἄνω ἐπέβητε Μάρτυρες δόξῃς.

Οι Άγιοι Ραφαήλ, Νικόλαος και Ειρήνη συγκαταλέγονται στη χορεία των Νεοφανών Αγίων και μάλιστα εκείνων που μαρτύρησαν σχεδόν αμέσως μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως. Σχετικά με τον βίο τους γνωρίζουμε λίγα πράγματα. Οι πρώτες πληροφορίες για την ύπαρξη των Αγίων ιστορούνται με θαυματουργικό και αποκαλυπτικό τρόπο από το έτος 1959 μ.Χ. Από μία ανασκαφή που έγινε στη Θερμή της Λέσβου, ανακαλύφθηκε ο τάφος ενός αγνώστου προσώπου, που όπως αποκαλύφθηκε σε συνεχή οράματα, ανήκε στον Άγιο Ιερομάρτυρα Ραφαήλ, ο οποίος μαρτύρησε μαζί με τον Άγιο Οσιομάρτυρα Νικόλαο και την Αγία Ειρήνη. Ο τάφος και το λείψανο του Αγίου Νικολάου ανακαλύφθηκε στις 13 Ιουνίου 1960 μ.Χ.

Ο Άγιος Ραφαήλ καταγόταν από τους Μύλους της Ιθάκης και γεννήθηκε το έτος 1410 μ.Χ. Το κοσμικό του όνομα ήταν Γεώργιος Λάσκαρης ή Λασκαρίδης και ο πατέρας του ονομαζόταν Διονύσιος. Πριν γίνει κληρικός είχε σταδιοδρομήσει στο βυζαντινό στρατό και έφθασε μάλιστα σε μεγάλο βαθμό. Σε ηλικία τριάντα πέντε ετών γνώρισε ένα ασκητικό και σεβάσμιο γέροντα, τον Ιωάννη, ο οποίος τον προσείλκυσε στην εν Χριστώ ζωή. Κάποια Χριστούγεννα ο γέροντας κατέβηκε από τον τόπο της ασκήσεώς του, για να εξομολογήσει και να κοινωνήσει τους στρατιώτες και κήρυξε τον λόγο του Θεού. Τότε ο αξιωματικός Γεώργιος, όταν ο γέροντας κατέβηκε πάλι τα Θεοφάνεια, αποχαιρέτισε τους στρατιώτες και τον ακολούθησε.

Μετά την κουρά του σε μοναχό, χειροτονήθηκε πρεσβύτερος, αλλά τιμήθηκε και με το οφίκιο του αρχιμανδρίτη και του πρωτοσύγκελου. Μαζί δε με τις άλλες αποκαλύψεις, ο Άγιος Ραφαήλ αποκάλυψε ότι απεστάλη από τον Οικουμενικό Πατριάρχη στην Εσπερία, στην πόλη της Γαλλίας που ονομάζεται Μορλαί, για να εκπληρώσει την εντολή που του ανατέθηκε. Το γεγονός αυτό έλαβε χώρα λίγο πριν από την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως. Ακόμη απεκάλυψε ότι κήρυξε τον λόγο του Ευαγγελίου στην Αθήνα, στο λόφο που είναι το μνημείο του Φιλοπάππου.

Λίγα χρόνια πριν από την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως, περί το έτος 1450 μ.Χ., ο Άγιος βρέθηκε μετά από περιπλανήσεις στην περιοχή της Μακεδονίας και μόναζε εκεί.

Κοντά στον Άγιο Ραφαήλ βρισκόταν εκείνο το διάστημα ο Άγιος Νικόλαος ως υποτακτικός. Ο Νικόλαος εκάρη μοναχός και στη συνέχεια χειροτονήθηκε διάκονος. Θεωρείται Θεσσαλονικεύς στην καταγωγή, αν και αναφέρεται ότι γεννήθηκε στους Ράγους της Μηδίας της Μικράς Ασίας. Ωστόσο μεγάλωσε και ανδρώθηκε στη Θεσσαλονίκη.

Μόλις έπεσε η Κωνσταντινούπολη στα χέρια των Τούρκων, οι οποίοι εισέβαλαν ορμητικά στη Θράκη και καταλύθηκε οριστικά η βυζαντινή αυτοκρατορία, ο φόβος για γενικούς διωγμούς κατά των Χριστιανών στάθηκε ως αφορμή να καταφύγει ο Άγιος Ραφαήλ με την συνοδεία του από το λιμάνι της Αλεξανδρουπόλεως, στη Μυτιλήνη. Εκεί εγκαταστάθηκε μαζί με άλλους μοναχούς στην παλαιά μονή του Γενεσίου της Θεοτόκου, η οποία στο παρελθόν ήταν γυναικεία και ήταν χτισμένη στο λόφο Καρυές, κοντά στο χωριό Θέρμη. Ηγούμενος της μονής εξελέγη στην συνέχεια ο Άγιος Ραφαήλ.

Έπειτα από μερικά χρόνια, το έτος 1463 μ.Χ., η Λέσβος έπεσε στα χέρια των Τούρκων, οι οποίοι σε μια επιδρομή τους στο μοναστήρι, συνέλαβαν τον Άγιο Ραφαήλ και τον Άγιο Νικόλαο, τη Μεγάλη Πέμπτη του ιδίου έτους. Ακολούθησαν σκληρά και ανηλεή βασανιστήρια και ο Άγιος Ραφαήλ μαρτύρησε διά σφαγής με πολύ σκληρό τρόπο. Τον έσυραν βιαίως τραβώντας τον από τα μαλλιά και την γενειάδα, τον κρέμασαν από ένα δένδρο, τον χτύπησαν βάναυσα, τον τρύπησαν με τα πολεμικά τους όργανα, αφού προηγουμένως τα πυράκτωσαν σε δυνατή φωτιά και τελικά τον έσφαξαν πριονίζοντάς τον από το στόμα.

Σε μερικές εμφανίσεις του ο Άγιος Ραφαήλ φαίνεται να συνοδεύεται από πολλούς, δορυφορούμενους τρόπον τινά, οι οποίοι διάνυσαν πριν από αυτόν τον ασκητικό βίο στη μονή των Καρυών, όπως είπε σε εκείνους που τα έβλεπαν αυτά. Αποκάλυψε επίσης, ότι η μονή αυτή, η οποία είναι γυναικεία, υπέστη επιδρομή από τους αιμοχαρείς πειρατές κατά το έτος 1235 μ.Χ. Κατά την επιδρομή εκείνη αγωνίσθηκε μαζί με τις άλλες μοναχές τον υπέρ του Χριστού καλό αγώνα η καταγόμενη από την Πελοπόννησο ηγουμένη Ολυμπία και η αδελφή της Ευφροσύνη. Η Ολυμπία τελειώθηκε αθλητικώς στις 11 Μαΐου του έτους 1235 μ.Χ., εμφανίσθηκε δε μαζί με τον μεγάλο και θαυματουργό Άγιο Ραφαήλ.

Ο Άγιος Νικόλαος πέθανε μετά από βασανισμούς, από ανακοπή καρδιάς, δεμένος σε ένα δένδρο.

Μαζί με τους Αγίους συνάθλησε και η μόλις δώδεκα χρονών νεάνιδα Ειρήνη, θυγατέρα του Βασιλείου, προεστού της Θέρμης, η οποία και εμφανίζεται μαζί τους. Αυτή μαρτύρησε ως εξής: Οι ασεβείς αλλόθρησκοι της απέκοψαν το ένα χέρι και ακολούθως την έβαλαν σε ένα πιθάρι και κατέκαυσαν την αγνή αυτή παρθένο, υπό τα βλέμματα των δύστυχων γονέων της, οι οποίοι και θρηνούσαν γοερά για τον φρικτό θάνατο του παιδιού τους.

Με τους Αγίους συνεμαρτύρησαν ο μνημονευθείς πατέρας της Αγίας Ειρήνης, Βασίλειος, η σύζυγός του Μαρία, το μόλις πέντε ετών παιδί τους Ραφαήλ, η ανεψιά τους Ελένη, ο δάσκαλος Θεόδωρος και ο ιατρός Αλέξανδρος, των οποίων τα οστά βρέθηκαν κοντά στους τάφους των Αγίων, μέσα σε ξεχωριστούς τάφους. Το μαρτύριό τους συνέβη την Τρίτη της Διακαινησίμου, στις 9 Απριλίου του έτους 1463 μ.Χ.

Έπειτα από θαυματουργικές υποδείξεις των Αγίων Ραφαήλ, Νικολάου και Ειρήνης, έγινε γνωστή η ύπαρξη των λειψάνων τους και υποδείχθηκαν τα σημεία όπου βρίσκονταν οι τάφοι τους.

  Άγιοι Αρίσταρχος, Πούδης και Τρόφιμος Απόστολοι από τους εβδομήντα
Eις τον Aρίσταρχον.
Τιμῶ τὸν Ἀρίσταρχον ὡς ἀριστέα,
Καλῶς ἀριστεύσαντα μέχρι καὶ ξίφους.

Eις τον Πούδην.
Ποῦ δὴ μετέστης, ὡς ἀπετμήθης, Πούδη;
Ποῦ δὴ μετέστην, ἢ πρὸς ἄφθαρτον κλέος;

Eις τον Tρόφιμον.
Τρυφὴν Τρόφιμος οὐρανοῦ ποθῶν ἄκρως,
Τροφὴ προσῆκται τῷ τεθηγμένῳ ξίφει.

Τῇ δεκάτῃ δὲ μαθηταὶ ἀπῆραν καί γε τετάρτῃ.

Ήταν και οι τρεις από τους έβδομηκοντά Αποστόλους και αφοσιωμένοι συνεργάτες του Αποστόλου Παύλου.

Για τον Απόστολο Αρίσταρχο αναφέρεται στις Πράξεις των Αποστόλων ότι ήταν Μακεδόνας καταγόμενος από τη Θεσσαλονίκη και κατά πάσα πιθανότητα Ιουδαίος. Επίσης, για τον Αρίσταρχο, ο Απόστολος Παύλος αναφέρει στην προς Κολασσαεΐς (δ' 10) επιστολή του σαν συναιχμάλωτό του στη Ρώμη, καθώς και στην προς Φιλήμονα (στ' 24) σαν συνεργάτη του.

Για τον Πούδη κάνει λόγο στη Β' προς Τιμόθεον (δ' 22) επιστολή του, από την οποία καταλαβαίνουμε ότι ο Απόστολος Πούδης ήταν από αυτούς που συνεργάστηκαν υπέρ του Ευαγγελίου στη Ρώμη.

Τον Τρόφιμο έφερε στην χριστιανική πίστη ο Απόστολος Παύλος, όταν πήγε στην Έφεσο. Από τότε, τον ακολούθησε στα Ιεροσόλυμα, αλλά και στη Ρώμη, για να συνεργασθεί και να κακοπάθει μαζί με το διδάσκαλο του. Στόν Τρόφιμο αναφέρεται ο Απόστολος Παύλος στη Β' προς Τιμόθεον (δ' 20) επιστολή του.

Στο φοβερό διωγμό του Νέρωνα (54 - 68 μ.Χ.) και οι τρεις αυτοί συνεργάτες του Παύλου αξιώθηκαν να μαρτυρήσουν με θάνατο δι' αποκεφαλισμού.

Σημείωση: Η μνήμη του Αγίου Αρίσταρχου επαναλαμβάνεται στις 27 Σεπτεμβρίου.

Αγία Θωμαΐς
Αἰῶνος ἦρας τοῦδε τὴν Θωμαΐδα,
Τὸ τῆς Γραφῆς, μέλλοντος αἰῶνος Πάτερ.

Η Αγία Μάρτυς Θωμαΐς γεννήθηκε και έζησε στην Αλεξάνδρεια και διακρινόταν για την ευσέβεια και την πνευματική της μόρφωση. Από μικρή ηλικία είχε επιδοθεί στα έργα της φιλανθρωπίας και του ελέους, συνοδεύοντας την μητέρα της. τη διακονία αυτή εξακολούθησε να την ασκεί ακόμα και όταν νυμφεύθηκε.

Η Αγία είχε μία κατά πάντα ευλογημένη οικογένεια. Με τον σύζυγό της συνδεόταν με αληθινή και ανυπόκριτη αγάπη. Την ειρηνική τους όμως συνύπαρξη την φθόνησε ο εφευρέτης της κακίας, διάβολος και θέλησε να τους χωρίσει, μάλιστα δε με τραγικό τρόπο.

Κάποτε που η Θωμαΐδα ήταν μόνη της στο σπίτι, επειδή ο σύζυγός της έλειπε σε δουλειές, δέχθηκε ανήθικη επίθεση από τον πατέρα του συζύγου της, δηλαδή τον πεθερό της, ο οποίος κυριευμένος από το δαίμονα της πορνείας και υποδουλωμένος στο πάθος της ακολασίας, ήθελε να έχει μαζί της ερωτική σχέση. Η Αγία, η οποία είχε πάντοτε ζωντανή στη μνήμη της την αίσθηση της πανταχού παρουσίας του Θεού και ζούσε με αγνότητα και σωφροσύνη, αντιστάθηκε με σταθερότητα και παρρησία. Προσπάθησε να τον πείσει ότι κάτι τέτοιο δεν πρέπει να γίνει, επειδή είναι αντίθετο με το θέλημα του Θεού, το οποίο ήταν γι' αυτήν τρόπος ζωής και πηγή εμπνεύσεως. Τυφλωμένος όμως εκείνος από το πάθος, επέμενε απειλώντας την με θάνατο. Η Αγία Θωμαΐς συνέχισε να αντιστέκεται και προτίμησε τον θάνατο από την υποδούλωση στο κράτος της αμαρτίας και την εξουσία του θανάτου. Γιατί η έξοδος με μαρτυρικό τρόπο από την παρούσα σύντομη ζωή για την δόξα του Θεού δεν είναι θάνατος, αλλά μετάβαση από τον θάνατο στη ζωή. Είναι νίκη της ζωής επί του θανάτου.

Ο δυστυχής εκείνος την μαχαίρωσε θανάσιμα και μετά το τραγικό αυτό περιστατικό έχασε το φως του και γύριζε μέσα στο σπίτι σαν χαμένος. Στην κατάσταση αυτή τον βρήκαν κάποιοι γείτονες που έψαχναν για τον υιό του, και τον παρέδωσαν στις αρχές για να δικαστεί. Ενώ η Θωμαΐδα, όπως γράφει ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, «ἔλαβε στέφανον μάρτυρος διὰ τὴν σωφροσύνην».

Ο προϊστάμενος της σκήτης της Αλεξανδρείας, μοναχός Δανιήλ, μόλις πληροφορήθηκε το μαρτυρικό τέλος της Θωμαΐδος, κατέβηκε αμέσως στην πόλη με μερικούς μοναχούς και παρέλαβε το ιερό λείψανο της Αγίας. Το μετέφερε με ευλάβεια στη Σκήτη και το ενταφίασε με τιμές στο κοιμητήριο των Πατέρων. Τότε συνέβη και το εξής θαυμαστό. Κάποιος μοναχός, ο οποίος πολεμείτο από τον δαίμονα της πορνείας και είχε ταλαιπωρηθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα, προσευχήθηκε στον τόπο που ενταφιάσθηκε το λείψανο της Μάρτυρος, ζητώντας την βοήθειά της. και αφού άλειψε το σώμα του με λάδι από το καντήλι που έκαιγε στον τάφο της, απαλλάχθηκε από τον πειρασμό και ειρήνευσε. Αλλά κατά καιρούς και άλλοι πιστοί, μοναχοί και λαϊκοί, που βασανίζονταν από σαρκικούς πειρασμούς, προσεύχονταν στην Αγία και με τις πρεσβείες της ενισχύονταν στον αγώνα τους ή και απαλλάσσονταν από το πάθος.

Άγιος Αρδαλίων ο Μίμος
Νῦν Μῖμος ὄντως Ἀρδαλίων ἢ πάλαι.
Μιμούμενος γὰρ Μάρτυρας, τὸ πῦρ στέγει.

Ο Άγιος Αρδαλίων ο Μίμος, με τη σημερινή ορολογία ήταν ηθοποιός, στα χρόνια του Διοκλητιανού (298). Εργαζόταν στα θέατρα και έπαιζε κωμωδίες και δράματα. Μια μέρα λοιπόν του ήλθε η ιδέα, να μιμηθεί την αντίσταση των χριστιανών μπροστά στους τυράννους. Κρεμάστηκε ψηλά, επάνω στη σκηνή, και δήθεν ξεσχιζόταν επειδή δεν ήθελε να προσφέρει θυσία στους θεούς. Η παράσταση ήταν - σα δράμα- τόσο καταπληκτική, ώστε ο λαός άρχισε να χειροκροτεί θερμά την επιδεξιότητα του Άρδαλίωνα και τη γενναιοκαρδία των χριστιανών. Τότε ο Αρδαλίων φώναξε δυνατά και είπε στο λαό να σωπάσει, διότι και αυτός ήταν στ' αλήθεια χριστιανός. Όταν το άκουσε αυτό ο άρχοντας, του είπε ν' αλλάξει γνώμη. Αλλά επειδή ο Αρδαλίων επέμενε στην ομολογία του Χρίστου, τον έριξαν μέσα στη φωτιά και έτσι έλαβε το στεφάνι του μαρτυρίου.

Άγιος Δημήτριος ο Πελοποννήσιος
Ο Άγιος Δημήτριος ο Πελοποννήσιος γεννήθηκε στο χωριό Λιγούδιστα της Αρκαδίας και σε μικρή ηλικία ήλθε μαζί με τον αδελφό του στην Τρίπολη, όπου εργαζόταν μαζί με κάποιους κτίστες. Επειδή όμως αυτοί τον βασάνιζαν, έφυγε από τη συντροφιά τους και πήγε στο σπίτι ενός Τούρκου κουρέα, ο οποίος και κατόρθωσε τον εξισλαμισμό του, ονομάζοντας τον Μεχμέτ.

Αργότερα ο Δημήτριος εγκατέλειψε την Τρίπολη, μετάνιωσε για την αποστασία του και ήλθε στο Άργος. Από το Άργος, για μεγαλύτερη ασφάλεια, πήγε στη Σμύρνη και από 'κει στή Μονή του Προδρόμου κοντά στις Κυδωνιές, όπου βρήκε ευσεβή πνευματικό, εξομολογήθηκε και ζήτησε τις συμβουλές του. Με την προτροπή του πνευματικού αυτού ο Δημήτριος ήλθε στη Χίο, όπου έμεινε για αρκετό καιρό κοντά σε άλλο φημισμένο πνευματικό, με προσευχή και μετάνοια.

Προετοιμάσθηκε για το μαρτύριο και πήγε στο Άργος, όπου παρέμεινε κρυμμένος και χειραγωγούμενος από τον Ιερέα Αντώνιο Σακελάριο και από 'κει έφτασε στην Τρίπολη. Παρουσιάστηκε μπροστά στον Τούρκο Διοικητή, δήλωσε ότι πιστεύει στον Χριστό και ότι είναι έτοιμος να χύσει και το αίμα του γι' Αυτόν.

Τα βασανιστήρια πού ακολούθησαν ήταν φρικτά, αλλά ο Δημήτριος έμεινε αμετακίνητος στην πίστη του και έτσι στις 14 Απριλίου 1803 μ.Χ. τον αποκεφάλισαν στην Τρίπολη.

Το Ιερό του λείψανο διασώθηκε από τους χριστιανούς στον Ναό της Μονής του Αγ. Νικολάου Βαρσών. Στην κεντρική αγορά της Τρίπολης, μικρός ναός τιμάται στο όνομα του Νεομάρτυρα αυτού.

Σημείωση: Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης αναφέρει την μνήμη του στις 13 Απριλίου.

Άγιοι Αντώνιος, Ιωάννης οι αυτάδελφοι και Ευστάθιος οι Μάρτυρες
Οι Άγιοι Μάρτυρες Αντώνιος και Ιωάννης ήταν αδέλφια και μαζί με τον Ευστάθιο μαρτύρησαν το έτος 1347 στη Βίλνα της Λιθουανίας. Τα ιερά λείψανα αυτών φυλάσσονται στην ιερά μονή Αγίας Τριάδος Βίλνας.

Σύναξη της Υπεραγίας Θεοτόκου εν Βιλένσκ
Η παράδοση θεωρεί ότι η ιερά εικόνα της Θεομήτορος είναι έργο του Ευαγγελιστή Λουκά και μεταφέρθηκε από την Κωνσταντινούπολη στη Ρωσία, το έτος 1472 μ.Χ., ως δώρο της Σοφίας Παλαιολογίνας, συζύγου του μεγάλου πρίγκιπα της Μόσχας Ιβάν Γ' (1462 - 1505 μ.Χ.). Το έτος 1495 μ.Χ., ο μεγάλος πρίγκιπας ευλόγησε με αυτή την εικόνα την θυγατέρα του Ελένη, πριν εκείνη νυμφευθεί τον βασιλέα της Λιθουανίας Αλέξανδρο. Αργότερα η ιερά εικόνα τοποθετήθηκε στο ναό του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, στον οποίο ενταφιάσθηκε η πριγκίπισσα Ελένη. Σήμερα φυλάσσεται στη μονή Αγίας Τριάδος του Βιλένσκ.

Η εικόνα της Υπεραγίας Θεοτόκου εν Βιλένσκ εικονίζει την Υπεραγία Θεοτόκο με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος της. Στο κεφάλι φοράει κορώνα και το φωτοστέφανο είναι σχεδιασμένο με αστέρια.

Το γεγονός αυτό εορτάζεται και στις 15 Φεβρουαρίου.

Άγιοι Χριστόδουλος και Αναστασία και οι συν αυτοίς Νεομάρτυρες

Ο Άγιος Χριστόδουλος ήταν ηλικίας 14 ετών και ήταν το μοναδικό μέλος μιας χριστιανικής οικογένειας, της οποίας η μητέρα και οι δυο θυγατέρες αλλαξοπίστησαν. Η συνομήλικη του Αναστασία ήταν υπηρέτρια της οικογένειας και ενίσχυσε πνευματικώς τον Χριστόδουλο.

Μαρτύρησαν στην Πάτρα την Κυριακή των Βαΐων του 1821 μ.Χ., όπως διέσωσε ως αυτόπτης ο ιστορικός Πουκεβίλ, Πρόξενος της Γαλλίας στην Πάτρα την εποχή εκείνη, σημειώνοντας ότι και άλλοι μαρτύρησαν μαζί με αυτούς.

Η μνήμη τους επιτελείται την Τρίτη της Διακαινησίμου εβδομάδος.

Ανάμνηση θαύματος Αγίου Μηνά στο Ηράκλειο της Κρήτης

Ακόμη από τα πολλά θαύματα του Αγίου Μηνά είναι και αυτό που έλαβε χώρα το 1826 μ.Χ. στο Ηράκλειο της Κρήτης, πόλη στην οποία ιδιαιτέρως τιμάται ο Άγιος.

Το 1821 μ.Χ., μετά την έκρηξη της μεγάλης Ελληνικής Επανάστασης εναντίον των Τούρκων, οι κατακτητές προχώρησαν σε σφαγές χιλιάδων αμάχων σε πολλές περιοχές. Από τους πρώτους που πλήρωσαν με το αίμα τους την επανάσταση ήταν και οι κάτοικοι της Κρήτης. Μεταξύ των χιλιάδων θυμάτων ήταν ο Μητροπολίτης Κρήτης, οι Επίσκοποι Χανίων, Κνωσού, Χεροννήσου, Λάμπης, Σητείας κ.α. οι οποίοι εσφάγησαν, την 24η Ιουνίου 1821 μ.Χ., στον περίβολο του Μητροπολιτικού Ναού του Ηρακλείου. Μάλιστα ο ιερουργών ιερέας εσφάγη πάνω στην Αγία Τράπεζα!

Πέντε χρόνια αργότερα, το 1826 μ.Χ., οι Τούρκοι του Ηρακλείου σχεδίαζαν να προβούν σε σφαγή των Χριστιανών, και πάλι στον Μητροπολιτικό Ναό του Αγίου Μηνά, στις 18 Απριλίου, ημέρα του Πάσχα, την ώρα της Αναστάσιμης Θείας Λειτουργίας για να πιάσουν τους Χριστιανούς απροετοίμαστους. Για αντιπερισπασμό έβαλαν φωτιά σε διάφορα απομακρυσμένα σημεία της πόλης, ενώ οπλισμένα στίφη είχαν συγκεντρωθεί έξω από το ναό, περιμένοντας την ώρα της αναγνώσεως του Ευαγγελίου για να εισβάλουν και να αρχίσουν την σφαγή.

Μόλις όμως άρχισε η ανάγνωση εμφανίσθηκε ένας ασπρομάλλης ηλικιωμένος ιππέας που έτρεχε γύρω από το ναό κραδαίνοντας το ξίφος του και κυνηγώντας τους επίδοξους σφαγείς οι οποίοι τράπηκαν πανικόβλητοι σε φυγή. Έτσι σώθηκαν οι πολύπαθοι Χριστιανοί του Ηρακλείου από τον φοβερό κίνδυνο.

Οι Τούρκοι νόμισαν ότι ο καβαλάρης ήταν μουσουλμάνος πρόκριτος απεσταλμένος από τον Διοικητή της πόλης για να ματαιώσει την σφαγή. Όταν διαμαρτυρήθηκαν στον Διοικητή, αυτός τους διαβεβαίωσε ότι δεν γνώριζε τίποτε και μάλιστα διαπιστώθηκε ότι ο συγκεκριμένος πρόκριτος δεν είχε βγει καθόλου από το σπίτι του.

Κατάλαβαν τότε οι Τούρκοι ότι επρόκειτο για θαύμα του Αγίου Μηνά, κοινοποίησαν το γεγονός στους Έλληνες και από τότε οι Mουσουλμάνοι ηυλαβούντο πολύ τον Άγιο, προσφέροντας μάλιστα και δώρα στο ναό του.

Το θαύμα αυτό του Αγίου Μηνά καθιερώθηκε να τιμάται στο Ηράκλειο την Τρίτη της Διακαινησίμου, οπότε και εκτίθεται σε προσκύνηση, κατά τον εσπερινό, λείψανο του Αγίου.

Άγιοι Εκατόν εβδομήντα εννιά Οσιομάρτυρες οι εν τη μονή Νταού Πεντέλης μαρτυρήσαντες

Χριστὸν αἰνοῦντες τὸν Ἀναστάντα δόξῃ,
Λαμπρῶς Πατέρες συνετμήθητε ξίφει.

Οι Άγιοι Εκατόν εβδομήντα εννιά Οσιομάρτυρες της μονής Νταού Πεντέλης μαρτύρησαν περί τα τέλη του 17ου αιώνα μ.Χ. (πιθανώς το 1680 μ.Χ.), κατά την εποχή που Αλγερινοί πειρατές λεηλατούσαν τα παράλια μέρη.

Κάποιος από τους υπηρέτες της μονής, ο οποίος μισούσε τους μοναχούς, συνεννοήθηκε με τους πειρατές και τους έβαλε στη μονή την ώρα που οι Πατέρες εόρταζαν την Ανάσταση. Οι Πατέρες, έχοντας πολλές φορές υποφέρει από επιδρομές και λεηλασίες, είχαν κατασκευάσει ως τελευταία έξοδο κινδύνου ένα υπόγειο τούνελ όπου ξεκινούσε από τα δεξιά του Ιερού και κατέληγε στη Ραφήνα. Μέσω αυτής της σύραγγας, ο προδότης οδήγησε τους βάρβαρους στο Μοναστήρι ανήμερα της Αναστάσεως. Οι πειρατές αιφνιδίασαν τους Μοναχούς, που τους βρήκαν όλους συναγμένους στην Εκκλησία, με αναμμένες τις λαμπάδες, να ψάλλουν το τελευταίο «Χριστός Ἀνέστη» της Πασχαλινής Θείας Λειτουργίας. Η σφαγή που ακολούθησε υπήρξε καθολική και η λεηλασία ολοκληρωτική. Βρήκαν φρικτό μαρτυρικό θάνατο 179 Μοναχοί.

Από τους μοναχούς, σώθηκε μόνο ένας ιερέας της μονής με τον υποτακτικό του, που είχε μεταβεί στο μετόχι Γεροτσακούλι (ή Χεροσακκούλι), για να τελέσει εκεί την ακολουθία της Αναστάσεως. Όταν επέστρεψε, βρήκε την μονή κατεστραμμένη και σφαγμένους όλους τους Πατέρες. Ο ιερέας αφού περισυνέλεξε τα τίμια λείψανα, τα ενταφίασε με ευλάβεια και τιμή.

Για αιώνες ο τάφος των 179 πατέρων παρέμενε άγνωστος έως ότου το Σεπτέμβριο του 1965 μ.Χ., κατά την πραγματοποίηση έργων ανανέωσης του δαπέδου στο εσωτερικό του καθολικού, εντοπίσθηκαν τάφοι με ολόκληρα λείψανα μοναχών.

Στη συνέχεια, σε άλλα σημεία του δαπέδου που πραγματοποιούνταν εργασίες, βρέθηκαν και άλλοι τάφοι και λείψανα, που βρίσκονταν εντός αυτών και ανέβλυζαν άρρητη ευωδία.

Η προσπάθεια της ανεύρεσης των υπόλοιπων σωμάτων των Αγίων Πατέρων συνεχίστηκε, όταν ύστερα από ορισμένα χρόνια εντοπίστηκαν και άλλα σε παρακείμενο του καθολικού χώρο. Στη συνέχεια, ακολούθησε η ένταξη των 179 Οσιομαρτύρων Πατέρων της Ιεράς Μονής Παντοκράτορος στο αγιολόγιο της Εκκλησίας με την από 14 Αυγούστου 1992 συνοδική απόφαση του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Σήμερα, τα λείψανα φυλάσσονται σε λάρνακα στον πρόναο του καθολικού, καθώς και σε ειδικό χώρο, που έχει οικοδομηθεί και διαμορφωθεί προς τον σκοπό αυτό δίπλα από το καθολικό.

saint.gr

nissan_tsioris_qashqai.png


 

Πρωτοσέλιδα