Ο Δεκαπενταύγουστος είναι μία περίοδος του Εκκλησιαστικού έτους, κατά την οποία η ορθόδοξη ψυχή στρέφει τα μάτια με βαθιά κατάνυξη προς την Υπεραγία Θεοτόκο.
Επί δεκατέσσερις μέρες, πριν από την εορτή της Κοιμήσεως, σημαίνουν οι καμπάνες την ώρα του δειλινού και τα πλήθη των πιστών σπεύδουν με βαθιά κατάνυξη να ψάλλουν τον Μικρό και τον Μεγάλο Παρακλητικό Κανόνα δοξολογώντας την μητέρα του Χριστού.
Οι Παρακλήσεις στην Παναγία (Μικρή και η Μεγάλη Παράκληση) είναι ακολουθίες που έχουν συγκινήσει και συγκινούν κατά τρόπο μοναδικό τα εκατομμύρια των Ορθοδόξων μέσα στους αιώνες. Κανείς δεν αμφιβάλλει για την θαυματουργική επέμβαση της Παναγίας στη ζωή μας, που είναι «η ακαταίσχυντος προστασία μας» και «η αμετάθετος ελπίδα μας».
Οι λύπες που χειμάζουν την ψυχή και την καρδιά μας δεν πολεμούνται και δεν αντιμετωπίζονται με τα λιανοντούφεκα του στοχασμού, ούτε με τ’ άσφαιρα πυρὰ της φιλοσοφίας. Χρειάζονται κανόνια ισχυρά, ευθύβολα, μικρού και μεγάλου βεληνεκούς. Τέτοια είναι οι δυο Παρακλητικοὶ Κανόνες.
Παρακαλούμε Εκείνη που μας γέννησε τον Θελητήν του Ελέους, την Μητέρα του Θεού, να ανοίξει τα μάτια μας για να μπορέσουμε να δούμε την ομορφιά του χρυσοπλοκώτατου κάλλους. Να βρούμε λιμάνι γαληνὸ κι ασφάλεια και ελπίδα σωτηρίας σιμὰ στο θρόνο Της τον ηλιοστάλακτο. Να γίνει και σε μας το ποθούμενο ακατανόητον θαύμα.
«Τὴν δέησίν μου δέξαι τὴν πενιχράν,» Κυρὰ τῶν Ἀμπελιῶν, Αιγαιο-πελαγίτισσα Παναγία, Γρηγορούσα Αθηνιώτισσα, Παραμυθία Ἁγιορείτικη, Φανερωμένη πολλάκις στις πέτρινες ώρες των παιδιών Σου, και «κλαυθμὸν μη παρίδης και δάκρυα, καὶ στεναγμόν, ἀλλ’ ἀντιλαβοῦ μου ὡς ἀγαθὴ καὶ τᾶς αἰτήσεις πλήρωσον.» Αυτές, που μέσα στην αυγουστιάτικη κάψα η παναθλία και ταπεινή μου ψυχή Σου υποβάλλει, Ζωοδόχε Πηγή, φλογιζόμενη μέσ’ στο καμίνι των συμφορών και των θλίψεων. Γιατί, αληθινά, «πρὸς τίνα καταφύγω ἄλλην Ἁγνή; Ποῦ προσδράμω, λοιπόν, καὶ σωθήσομαι; Ποῦ πορευθῶ;» Τέτοιες ώρες, στείρες και δάκρυνες, «ποῦ ἐκύκλωσαν αἱ τοῦ βίου μὲ ζάλαι, ὥσπερ μέλισσαι κηρίον, Παρθένε»; Ποια πόρτα, Πορταΐτισσα, θα με δεχτεί, αν δεν μου ανοίξεις Συ την Εκατονταπυλιανή αγάπη Σου; Σε ποιόν, Γοργοεπήκοε, τον πόνο μου θα πω, τον πόνο που με βρήκε «ἐξ ἀμέτρητων ἀναγκῶν καὶ θλίψεων καὶ ἐξ ἐχθρῶν δυσμενῶν καὶ συμφορῶν βίου», για να μου δώσει, Ελεούσα μου, «παντελῆ σωτηρίαν καὶ πλατυσμόν»;
Λυγίζουνε τα γόνατα μπρος στην εικόνα της Μητέρας της Ζωής, που δέχεται χρυσοκαλόκαρδα τα ταπεινὰ αὐγουστιάτικα βασιλικὰ της αγάπης και τους εκ βάθους στεναγμοὺς και τα δάκρυα της αποσταμένης ελπίδας μας, και το λατρευτικὸ ασπασμὸ της πίστεως όσων ολόψυχα Την ομολογούμε Κυρίως Θεοτόκον και Τη νοιώθουμε κατάκαρδα Προστάτιν της ζωής και «φρουρὰν ἀσφαλεστάτην, τῶν πειρασμῶν διαλύουσαν ὄχλον καὶ ἐπήρειας δαιμόνων ἐλαύνουσαν». Και φέγγει περισσότερο απ’ την Αὐγουστιάτικη πανσέληνο το άγιο πρόσωπο της Θεοτόκου, που αναδείχθηκε διαπαντὸς «ὁ γλυκασμὸς τῶν Ἀγγέλων καὶ τῶν θλιβομένων ἡ χαρά», καθὼς «ἐπείγεται νὰ μεταστῆ πρὸς τὴν Ζωήν, Μήτηρ ὑπάρχουσα τῆς Ζωῆς». Για να σπεύδει αδιάκοπα, γοργοφτέρουγη, χαριτόφορη, φωτοπλήμμυρη, ηλιόκαλη, να παρακαλεί, να στηρίζει, να περισκέπει, ν’αγιάζει, να προστατεύει και να λυτρώνει εκ θανάτου τις ψυχὲς, τις κριματισμένες δικές μας ψυχές…
Παράκληση στο Μοναστήρι της Παναγίτσας της Σκαφιδιώτισσας
Πλησιάζει η ώρα του Αυγουστιάτικου δειλινού! Γέρνει ο ήλιος σιγά-σιγά για να χαθεί στα γαλανά νερά του Ιονίου. Λίγα μέτρα πιο πάνω, σημαίνει η καμπάνα της Παναγίτσας της Σκαφιδιώτισσας. Σπεύδουν οι πιστοί στην Ιερά Μονή για να απευθύνουν την παράκληση προς την Παναγίας «εν πάση περιστάσει και εν θλίψει ψυχής», να ικετέψουν και να επικαλεσθούν την μεσιτεία Της προς τον Υιόν και Θεόν της.
Μοσχοβολάει ο προαύλιος χώρος, πεντακάθαρος, με ολάνθιστες γλάστρες και ολόδροσους βασιλικούς. Λάμπει η εκκλησία. Ακτινοβολεί η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας. Στα κεριά η γλυκύτατη Μοναχή Μακρίνα, με το χαμόγελό της «Καλώς ήρθατε! Η Παναγία βοήθειά σας!». Ολοφώτεινος ο Ναός από τα κεράκια και τις λαμπάδες που ανάβουν στην Χάρη Της.
Ο σεβαστός ιερέας, πατέρας Αθανάσιος Ράττας, τελεί την Ιερά Ακολουθία και διαβάζει τα ονόματα υπέρ υγείας, που του δίνουν οι προσκυνητές, μπροστά στην εικόνα Της.
Στο ψαλτήρι, η λίαν Σεβαστή μας και πολυαγαπημένη Οσιοτάτη Καθηγουμένη της Ιεράς Μονής, Μακαρία Μοναχή, πλαισιωμένη από τα κοριτσάκια της κατασκηνώσεως «Κούμανη», ψάλλει μελωδικότατα και με βαθειά κατάνυξη τις παρακλήσεις.
Ψάλλουν και οι πιστοί με πρόσωπα αλλοιωμένα από ευλάβεια. Οι ψυχές αγαλλιάζουν, ο νους προσπαθεί να φθάσει ψηλά, πολύ ψηλά. Εκεί, στον θρόνο της Παναγίας. Και όταν φθάνει η στιγμή … «Απόστολοι εκ περάτων, συναθροισθέντες ενθάδε…» η γονυκλισία έρχεται αυθόρμητα και ένα ιερό ρίγος συνταράσσει τους πάντες.
Η ακολουθία τελειώνει, η οσιοτάτη Καθηγουμένη κατεβαίνει από το ψαλτήρι και συνομιλεί με όλον τον κόσμο. Με σεβασμό ασπάζονται την δεξιά της και η Γερόντισσα μας δίνει την ευχή της.
Η Γερόντισσα Μακαρία! Γλυκιά, πρόσχαρη, πνευματικότατη. Ιερή μορφή. Τόσο νέα, τόσο λεπτή κι όμως, τόσο δυναμική, τόσο ικανή! Καθηγουμένη του πρώτου τη τάξει Μοναστηριού στην Ηλεία. Πάντοτε με χαμόγελο, παρηγορεί, συμβουλεύει, στηρίζει. Προσπαθείς να κοιτάξεις το Άγιο πρόσωπό της και βλέπεις την Αγία Κυριακή, την Αγία Παρασκευή, την Αγία Μαρίνα… την Παναγία μας!
Με καλοσύνη και αγάπη φροντίζει η ίδια για την ευλογία με το λουκουμάκι με καρύδα της νηστείας και με δροσερό νεράκι.
Η ακολουθία της Παράκλησης έχει τελειώσει και τα κοριτσάκια της κατασκήνωσης, αφού έχουν ψάλλει με τις δροσερές φωνούλες τους, μεταφέρονται στον προαύλιο χώρο του Μοναστηριού και γεμίζουν με υπέροχα χριστιανικά τραγούδια την Αυγουστιάτικη νύχτα αποσπώντας θερμό χειροκρότημα.
Μαρία Δημητρακοπούλου
Δημοσιογράφος Ι. Μ. Ηλείας








































