Πλησίαζαν Χριστούγεννα…τότε!
Πλησιάζουν Χριστούγεννα…τώρα!
Τότε!!! Σε μια μεριά του κόσμου και γύρω χιόνι.
Ολόλευκο, ζηλευτό χιόνι!
Όπως ολόλευκη, ζηλευτή ήταν η ζωή που μου χάρισες 50 ολόκληρα χρόνια!!!
Ήταν πολλά; Ήταν λίγα; Απάντηση δεν έχω.
Ήταν μια χιονονιφάδα που ήρθε από ψηλά, άγγιξε τα ανοιχτά μου χέρια και μετά κύλησε… και ακούμπησε… ανάλαφρα στη γη;
Απάντηση και πάλι δεν έχω!
50 ολόκληρα χρόνια!
Τι να θυμηθώ;
Εκείνα τα πρώτα λόγια;
Ερχόταν το καλοκαιράκι και εγώ διάβαζα με κλειστό το παράθυρό μου για τις τελικές εξετάσεις.
"Το παράθυρο κλεισμένο…το παράθυρο κλειστό…άνοιξε το ένα φύλλο την εικόνα σου να δω!" μου είπες. Και το άνοιξα, και σε κείνο το παράθυρο κάθε πρωί υπήρχε ένα κατακόκκινο τριαντάφυλλο από σένα για μένα.
Τι να θυμηθώ;
Που πλημμύριζε η Ρήγα Φερραίου από μελωδίες στης Κυριακής το γλυκοχάραμα; Σαξόφωνο, ακορντεόν, κιθάρα, ολόκληρη ορχήστρα για μένα από εσένα!
Κανένας δεν ήξερε…
Κανένας δεν καταλάβαινε…
Μόνο εσύ κι εγώ! Κρυμμένο μυστικό!
Τι να θυμηθώ;
Πώς να φανταζόμουν τότε τον μεγάλο έρωτα, τη συγκλονιστική αγάπη που ζήσαμε!
Κοπελίτσα ήμουνα! 17 χρόνων!
Πώς να χωρέσουν το μυαλό, η ψυχή, η καρδιά τα τόσα όμορφα που μου χάρισες; Κι όμως χωράνε! Με αυτά συνεχίζω να ζω!
50 ολόκληρα χρόνια!
Εσύ κι εγώ. Εγώ κι εσύ. Εμείς!
Πάντα δίπλα- δίπλα, αν και το απαλό σου χέρι το ακουμπούσες τρυφερά στον ώμο μου και με έβαζες ένα βήμα πιο μπροστά από σένα. Έτσι ήθελες, έτσι ένιωθες, έτσι με προστάτευες.
50 ολόκληρα χρόνια!
Μαζί στη δουλειά, μαζί στο σπίτι.
Η γλυκιά θαλπωρή στο σπίτι μας με τα δυο πολύτιμα παιδιά μας.
Τη Δήμητρά μας, το βράχο και την Έφη μας, το σπουργιτάκι, όπως τα έλεγες, όταν άνοιγες τα χέρια σου και τα έκλεινες στην αγκαλιά σου.
Συγκλονιστικές αγκαλιές, ατέλειωτες… Ήσουν ο μπαμπάς με τα παιδιά σου!
Σε θαύμαζα για τις μεγάλες δημοσιογραφικές σου επιτυχίες και σου το έλεγα.
"Μα… τι έκανα;" με ρωτούσες με εκείνη την απέριττη ταπεινότητα που σε διέκρινε.
Ναι! Ήσουν πολύ ταπεινός, ήσουν ολόκληρος μια καλοσύνη, μια ειλικρίνεια, μια ευγένεια. Και στα δύσκολα πάντα χαμογελούσες, πάντοτε είχες τη λύση!
50 ολόκληρα χρόνια γεμάτα αγάπη απόλυτη, μοναδική αγάπη, ένα ατέλειωτο δόσιμο, χωρίς αμφιβολίες, χωρίς αβεβαιότητες, χωρίς φόβους, χωρίς ερωτήματα.
Σταθερή, ακλόνητη, υπεροχότατη αγάπη.
Έφυγες απλά, απαλά, γαλήνια. Εκείνο το βράδυ, στις 7 του Απρίλη.
Με κοίταζες βαθιά στα μάτια. Σε κοίταζα βαθιά στα μάτια. Ένιωθες και ένιωθα… Δεν μίλαγες, δεν μίλαγα και είπαμε τα πάντα!
Έκλεισες τα μάτια σου, αυτά τα καθαρά, λαμπερά μάτια σου, όπως καθαρή και λαμπερή ήταν η ψυχή σου. Τα μάτια σου, που με μαγνήτισαν από την πρώτη στιγμή και με παρέσυραν στο ζηλευτό ταξίδι της ανέφελης ζωής μας.
…Και κοιμήθηκες, όχι για να ξεκουραστείς. Ποτέ δεν ήσουν κουρασμένος. Ήσουν πάντοτε γεμάτος ζωή, γεμάτος χαρά, γεμάτος αισιοδοξία, γιατί είχες μεγάλη πίστη στον Θεό, αλλά για να ανοίξεις τα φτερά σου και να πετάξεις στα Ιερά Σκηνώματα του Παραδείσου.
Η όμορφη, η ζεστή, η γλυκιά σου μορφή είναι εδώ στην κορνίζα, στο κομοδίνο, όχι για να σε βλέπω μη σε ξεχάσω, αλλά να σε νιώθω, να γαληνεύει η ψυχή μου και να αντλώ ελπίδα και δύναμη. Ήσουν δυνατός, απίστευτα δυνατός! Να γεμίζουν φως και άρωμα οι νύχτες μου.
Δεν υπάρχει απουσία, η παρουσία σου μοσχοβολάει παντού.
Υπάρχεις παντού.
Κοιμήσου με ειρήνη, λατρεμένε μου, ακριβέ μου Πάνο.
Δεν νιώθω απελπισία, δεν νιώθω κενό, δεν νιώθω απόγνωση, δεν νιώθω ότι είμαι μόνη μου, γιατί ζεις μέσα μου και μου μιλάς και με ρωτάς.
"…Μαρία…"
Και σου απαντώ.
"…Ναι! Ακριβέ μου Πάνο…"









































