…"Έτσι τελείως ξαφνικά και έτερον ουδέν
Μα εγώ μικρό μου είμαι πολύ μακριά
Μην το ψάχνεις, δεν πειράζει"…
Ο Δήμος Μούτσης μέσα από τα λεγόμενα και τα τραγουδισμένα του Δήμου Μούτση:
»Παρακολουθώ τα γεγονότα βέβαια με θλίψη, αλλά αυτό το συναίσθημα δε μου είναι κάτι το πρωτόγνωρο. Το ΄χα από χρόνια πριν και φαντάζομαι δεν είμαι ο μόνος. Το ΄χα από τότε που ’γραφα το “Γουόκ μαν” και το “Για πούλημα λοιπόν”, βλέποντας αυτή την άβυσσο της πολιτικής, πολιτιστικής και πνευματικής ξεπεσούρας. Αυτή τη λατρεία προς ό,τι το ευτελές κι αυτή την αναξιοκρατία σ’ όλο της το μεγαλείο, να ‘χουν κατακλύσει τα πάντα στη ζωή μας."
"ΥΓ: Φοβάμαι γιατί η νύχτα που ‘ρχεται είναι μεγάλη, κι εγώ μένω ακόμα να βασανίζομαι κολλημένος σε μια φράση από τη “Χώρα των τυφλών” του H.G.Wells: “Σας τo ’χα πει. Αναθεματισμένοι βλάκες!”».
Η προτελευταία ανάρτηση του στο facebook του και μετά το "Καταζητούνται".
Και μετά σιωπή.
"Έφυγε" ο ποιητής, ο βιολιστής, (αν και πάντα ήθελε να μάθει βιολοντσέλο), ο εικαστικός, ο λάτρης της ποίησης, ο ανατρεπτικός, ο διαχρονικός, αυτός που δεν αγάπησε ποτέ τον χώρο της βιομηχανοποίησης του τραγουδιού.
Πειραιώτης γέννημα θρέμμα, ΑΕΚτζής κατά συνείδηση.
Αν έπρεπε κανείς να κατατάξει μουσικά το έργο του, θα διέκρινε δύο κύριες περιόδους δημιουργίας. Τη λαϊκή, από τα μέσα της δεκαετίας του ’60 έως και το 1980, και την πιο «πολιτική» από το 1981 και μετά, οπότε διαφοροποιήθηκε μορφολογικά, υφολογικά και στιχουργικά. Γίνεται πιο «πολιτικός», πιο «ηλεκτρονικός», εντάσσει στο ρεπερτόριό του μπαλάντες, κάτι από «κάντρι» και συνθεσάιζερ. Επίσης, ο συνθέτης Μούτσης εξελίσσεται σε τραγουδιστή, αλλά και στιχουργό.
«"Αν εξαιρέσεις τα πρώτα μου λαϊκά τραγούδια, μετά το ’70 όλες μου οι δουλειές αναγνωρίστηκαν με μεγάλη καθυστέρηση. Δεν ευχαριστήθηκα την επιτυχία, πώς να στο πω, ζεστή! Κι είχα –ουκ ολίγες φορές– να αντιμετωπίζω και τις “ενστάσεις” πολλών γι’ αυτά που έκανα. “Τη γνώμη του καθενός” που λέω και στον “Ταξιδιώτη του παντός”» με τη Νανά Μούσχουρη"
Εως το 1981, χρονιά κυκλοφορίας του θρυλικού δίσκου «Φράγμα», έχει ήδη συνεργαστεί με καλλιτέχνες που διέγραψαν χρυσή πορεία στο ελληνικό τραγούδι και τους οποίους η ιστορία τίμησε στον υπερθετικό. Κάποιοι πρωτοεμφανιζόμενοι, άλλοι ήδη πολυτραγουδισμένοι. Από τον Σταμάτη Κόκοτα, τον Γρηγόρη Μπιθικώτση και τη Βίκυ Μοσχολιού έως τον Μανώλη Μητσιά, τη Δήμητρα Γαλάνη και τον Αντώνη Καλογιάννη.
Ο Δήμος Μούτσης ήταν ένας από τους πρώτους συνθέτες (μαζί με τον Μίκη Θεοδωράκη και τον Θάνο Μικρούτσικο) που ενέταξε την ποίηση στο ελληνικό ρεπερτόριο με την «Τετραλογία» του, το 1975, μελοποιώντας ποίηση Σεφέρη, Καβάφη, Καρυωτάκη και Ρίτσου. Μνημειώδης ήταν και η συνεργασία του με τον Νίκο Γκάτσο, από τον οποίο ξεκίνησαν όλα, το 1967, με τραγούδια εμβληματικά στην ελληνική τραγουδοποιία, όπως «Μην μου χτυπάς τα μεσάνυχτα την πόρτα», «Πειραιώτισσα», «Σ΄ έβλεπα στα μάτια», «Πήρες τον μεγάλο δρόμο», «Αύριο πάλι», «Με ένα παράπονο».
Είχε προηγηθεί, το 1972, ο δίσκος-σταθμός «Αγιος Φεβρουάριος», με στίχους του Μάνου Ελευθερίου και του ίδιου του συνθέτη και ερμηνευτές τον Δημήτρη Μητροπάνο και την Πετρή Σαλπέα, τον οποίο το κοινό υποδέχτηκε χλιαρά, αν όχι αδιάφορα. Λέγεται πως οι πωλήσεις του δίσκου, ωστόσο, εκτοξεύτηκαν την επόμενη χρονιά από ένα λάθος και, μάλιστα, του Δημήτρη Ψαθά. Ο συγγραφέας έγραφε στην εφημερίδα «Τα Νέα» την επομένη φονικού με πρωταγωνιστή τον Νίκο Κοεμτζή, πως το τραγούδι που είχε ζητήσει παραγγελιά τη μοιραία νύχτα δεν ήταν άλλο από το «Ο χάρος βγήκε παγανιά» που περιλαμβανόταν στον δίσκο – ο οποίος έμελλε έκτοτε να μείνει στη μουσική συλλογική μνήμη ως ένας από τους κλασικούς.
Το επίσης αξιοσημείωτο στο «Φράγμα» είναι πως ήταν ο Κώστας Τριπολίτης που φέρεται να έπεισε τον συνθέτη να αναλάβει ρόλο τραγουδιστή.
Θρυλική έχει μείνει και η ιστορία με την Μπέλλου που όταν άκουσε ολοκληρωμένη την ηχογράφηση του «Δεν λες κουβέντα», εξεμάνη με την «απαισιοδοξία» των στίχων και το τραγουδισμένο από τον Μούτση ρεφρέν. Απείλησε με ασφαλιστικά μέτρα και ζήτησε από τον Αλέκο Πατσιφά, τότε διευθυντή της δισκογραφικής εταιρείας Lyra, να μην κυκλοφορήσει – παρεξήγηση που λύθηκε με λουλούδια, φιλοφρονήσεις και ευχαριστίες της Μπέλλου.
Δύο χρόνια μετά, κυκλοφόρησε το «Ενέχυρο». Μεταξύ άλλων, περιλαμβάνει το τραγούδι «Αντώνης Β.», αφιερωμένο στον Ζακυνθινό γλύπτη Αντώνη Βεζιρτζή που αυτοπυρπολήθηκε το 1981 διαμαρτυρόμενος, αλλά και τον «πολιτικό» κύριο Τζαφόλια, όπως και το «Walkman», ένα τραγούδι που συμπυκνώνει νοσταλγικά μιαν εποχή άγνωστη –ή γνωστή από διηγήσεις γονιών και θείων– στη γενιά Ζ και εντεύθεν.
Μετά τον δίσκο του «Ταξιδιώτης του παντός» το 1990 με την ερμηνεία της Νάνας Μούσχουρη και το «Για πούλημα λοιπόν» του 1994, ο Δήμος Μούτσης σταμάτησε να δημιουργεί, περιοριζόμενος σε ζωντανές εμφανίσεις, επανακυκλοφορίες και συλλογές.
«Δεν ξέρω αν θα μπορέσω να σου γίνω πιστευτός ή κατανοητός, αλλά εκείνη την ώρα έκλεινα τα μάτια, ψάχνοντας μέσα μου μήπως και βρω καμιά καλύτερη λέξη που δεν είχα σκεφτεί, ή έστω μια καλύτερη νότα. Μπα! Ποτέ δε βρήκα άκρη. Τα τραγούδια μου τελικά, παρέμεναν πάντα πάνω από μένα»!
Το όνειρο
Βρέθηκα σε κύκλο σκοτεινό στ’ όνειρο που είδα χθες το βράδυ
κι ήμουνα απ’ τη μια του κύκλου εγώ κι εγώ από την άλλη
κι ήμουνα απ’ τη μια του κύκλου εγώ ήμουνα εγώ κι από την άλλη
έτοιμος να μου αποκριθώ και να ρωτήσω πάλι
κι ύστερα χάθηκα μακριά, χάθηκα σε ολάνθιστα περιβόλια,
παρέα με τους δερβίσηδες γύρω από τη φωτιά, χορεύοντας και τραγουδώντας
έιβαλα χορεύοντας και τραγουδώντας, έιβαλα χορεύοντας και τραγουδώντας.
Κι είδα ένα παιδί, μικρό παιδί που έπαιζε και μου `ριχνε στα ζάρια
το ύστερο του πόθου μου φιλί, τα πρώτα παιδικά μου χάδια
κι εκεί εκείνη τη στιγμή άκουγα να τραγουδάνε εντός μου,
ο ύπνος με το θάνατο μαζί, τραγούδια του ερωτός μου
κι ύστερα πάλι ξαφνικά, χάθηκα σε ολάνθιστα περιβόλια,
παρέα με τους δερβίσηδες γύρω από τη φωτιά, χορεύοντας και τραγουδώντας
έιβαλα χορεύοντας και τραγουδώντας.
Κι είδα τις ελπίδες μας σκιές, βάδιζαν αμίλητα εμπρός μου,
σύμβολα, σημεία και μυστικές μορφές αυτού του μάταιου κόσμου
και είκοσι αιώνες σκοτεινοί έφταναν στο τέλος τους πια τώρα
κι από `ναν κόσμο σ’ άλλονε τελικά, εμείς, περνάμε, λέει, ώρα την ώρα
κι ύστερα πάλι ξαφνικά, χάθηκα σε ολάνθιστα περιβόλια,
παρέα με τους δερβίσηδες γύρω από τη φωτιά, χορεύοντας και τραγουδώντας
έιβαλα χορεύοντας και τραγουδώντας, έιβαλα χορεύοντας και τραγουδώντας.
Βρέθηκα σε κύκλο σκοτεινό στ’ όνειρο που είδα χθες το βράδυ
κι ήμουνα απ’ τη μια του κύκλου εγώ κι εγώ από την άλλη
πες μου τι είν’ αυτά που βλέπω εδώ, πρόφτασα να πω στον εαυτό μου,
μη μιλάς μον’ κοίτα και πέρνα λέει αυτός και βγήκα από τ’ όνειρό μου.
ΕΛΑ ΠΑΜΕ (αφιερωμένο)
Έλα πάμε
να σου δείξω τους φίλους μου!
Πρίγκιπες ναυαγούς κι αλήτες,
νοσταλγούς της ομορφιάς
κάθε παράδοξης νύχτας.
Δεν είναι η αγωνία που παίζει!
Μήτε τo πάθος που υγραίνει τα σκέλη σου!
Τίποτα δεν είναι.
Μόνο ένας Σταυρός του μαρτυρίου διαρκής,
κι ένας έρωτας
στο στόμα δυο πουλιών που τραγουδούνε,
σε μια γλώσσα που καλά δεν εννοούνε
Δήμος Μούτσης 9-2-2015








































