18 Απριλίου -   Όσιος Ιωάννης ο Ησυχαστής, μαθητής του Αγίου Γρηγορίου του Δεκαπολίτου, Άγιος Σάββας ο Στρατηλάτης ο Γότθος, Οσία Αθανασία εξ Αιγίνης η Θαυματουργός, Άγιος Ιωάννης ο Ράπτης ο Νεομάρτυρας εξ Ιωαννίνων, Άγιος Κοσμάς ο Ομολογητής Επίσκοπος Χαλκηδόνας, Άγιος Τούνομ ο εμίρης, ο Μάρτυς, Άγιος Ιωάννης ο Κουλικάς, Άγιος Ακάκιος ο Β' Επίσκοπος Μελιτηνής, Όσιος Ευθύμιος ο Θαυματουργός, Όσιος Ναυκράτιος ο Στουδίτης, Άγιος Κύριλλος ο ΣΤ' ο Ιερομάρτυρας, Όσιος Ευθύμιος ο Φωτιστής της Καρελίας, Όσιος Ματθαίος, Όσιοι Αντώνιος και Φήλικας, Όσιος Βασίλειος ο Θαυματουργός εκ Γεωργίας, Σύναξη της Υπεραγίας Θεοτόκου του Μαξίμου, Σύναξη των Οσίων Κολλυβάδων Πατέρων, των εκ του Αγιωνύμου Άθωνος ορμωμένων και Οσία Καλή

 Όσιος Ιωάννης ο Ησυχαστής, μαθητής του Αγίου Γρηγορίου του Δεκαπολίτου
Ἰωάννη, σκίρτησον ὡς Ἰωάννης,
Οὐ γαστρὸς ἐντός, ἀλλὰ τῆς Ἐδὲμ ἔνδον.
Ὀκτωκαιδεκάτῃ Ἰωάννης νέκυς ὤφθη.

Ο Όσιος Ιωάννης ο Ησυχαστής έζησε κατά τον 8ο αιώνα μ.Χ. και ήταν μαθητής του Αγίου Γρηγορίου του Δεκαπολίτου (τιμάται 20 Νοεμβρίου). Από νεαρή ηλικία ζήλωσε τον ασκητικό βίο και απήλθε προς τον Άγιο Γρηγόριο τον Δεκαπολίτη, ίσως στον Όλυμπο, γενόμενος μοναχός και διδασκόμενος τα της μοναχικής πολιτείας. Η υπακοή του προς τον διδάσκαλό του υπήρξε περιβόητη, γι' αυτό δε και ο Άγιος Γρηγόριος έχαιρε και δόξαζε τον Θεό. Μετά τον θάνατο του διδασκάλου του, κατά το παράδειγμα αυτού, αφού περιέτρεξε ξένους τόπους, ήλθε κατόπιν στα Ιεροσόλυμα, όπου και προσκύνησε τους Αγίους Τόπους. Εκεί καλλιεργήθηκαν εντός του περισσότερο οι πηγές της ευσεβούς κατανύξεως και η αφοσίωσή του προς τον Θεό προσέλαβε νέα δύναμη και φλόγα.

Ο Όσιος Ιωάννης εγκαταβίωσε στη μονή Χαρίτωνος, όπου και κοιμήθηκε με ειρήνη.

Άγιος Σάββας ο Στρατηλάτης ο Γότθος
Ὕπελθε, Σάββα, φθαρτὸν ἡδέως ὕδωρ,
Ὡς ἂν πίνῃς ἄφθαρτον ἡδονῆς ὕδωρ.

Ο Άγιος Μάρτυς Σάββας έζησε κατά τους χρόνους της βασιλείας των αυτοκρατόρων Ουάλεντος (364 - 377 μ.Χ.) και Ουαλεντινιανού (364 - 374 μ.Χ.) και καταγόταν από τη χώρα των Γότθων. Από παιδί ήταν Χριστιανός και όχι μόνο αποστρεφόταν τις τροφές που απέμεναν από τις θυσίες στα είδωλα, αλλά εμπόδιζε και όσους ήθελαν να δοκιμάσουν αυτές. Έτσι έγινε σε πολλούς πρόξενος σωτηρίας. Αφού συνωμότησαν εναντίων του οι ειδωλολάτρες, τον εξόρισαν με την βία από την πόλη. Μετά από κάποιο διάστημα και ενώ ο Αθανάριχος, ο άρχοντας των Γότθων, ξεκίνησε διωγμό κατά των Χριστιανών, τον συνέλαβαν και τον χτύπησαν. Στην συνέχεια τον έδεσαν στον άξονα της άμαξας και τον κρέμασαν σε ένα δοκάρι. Επειδή δεν πείσθηκε να δοκιμάσει ότι απέμεινε από τη θυσία στα είδωλα, οδηγήθηκε στον ποταμό. Και εκεί, αφού τον έδεσαν σε ένα μεγάλο ξύλο στον τράχηλο, τον έριξαν στον ποταμό Μουσαίο. Και έτσι ο Άγιος Μάρτυς Σάββας έλαβε το στέφανο του μαρτυρίου και της δόξας σε ηλικία 38 ετών.

Οσία Αθανασία εξ Αιγίνης η Θαυματουργός
Ἀθανασίας τῇ κορυφῇ προσφέρω,
Στέφανον ἀθάνατον διὰ τῶν λόγων.

Η Οσία Αθανασία γεννήθηκε στην Αίγινα από ευσεβείς γονείς κατά τον 9ο αιώνα και είχε μεγάλη κλήση για τα θεία. Οι γονείς της όμως, ο Νικήτας και η Ειρήνη, την ενύμφευσαν παρά τη θέλησή της. Λίγες μέρες μετά το γάμο ο σύζυγός της εφονεύθη από βάρβαρους πειρατές, που εκείνη την εποχή επέδραμαν στην Αίγινα.

Τότε η Οσία, αφού έμεινε χήρα, θεώρησε κατάλληλη την στιγμή για να εκπληρώσει το ιερό της πόθο για τη μοναχική πολιτεία. Κι ενώ την απασχολούσε αυτό, έφτασε στην Αίγινα πρόσταγμα βασιλικό, δια του οποίου διατάσσονταν όλες οι ανύμφευτες γυναίκες και οι χήρες να παντρευτούν άνδρες εθνικούς. Έτσι λοιπόν η Αθανασία, παρά τη θέλησή της, ήλθε σε δεύτερο γάμο.

Φροντίζοντας πάντοτε για τη σωτηρία της ψυχής της, η Οσία προσευχόταν αδιάλειπτα και προσέφερε αφειδώς από τα πλούτη της στους ενδεείς και πάσχοντες. Ύστερα δε από κάποιο χρονικό διάστημα έπεισε τον σύζυγό της να γίνει μοναχός, αν και ήταν εθνικός. Αυτός, αφού πρόκοψε στις αρετές, μετά από λίγο καιρό παρέδωσε την ψυχή του στον Κύριο.

Τότε η Οσία διαμοίρασε την περιουσία της στους φτωχούς και αφού παρέλαβε και άλλες ευσεβείς γυναίκες, κατέφυγε σε ασκητήριο, όπου ζούσε με αυστηρή άσκηση και νηστεία. Στον τόπο αυτό υπήρχε ωραιότατος και πανάρχαιος ναός του Αγίου Πρωτομάρτυρος Στεφάνου. Μετά παρέλευση τεσσάρων ετών η Οσία προχειρίσθηκε Ηγουμένη του ασκητηρίου, αλλά ανεχώρησε σε τόπο ήσυχο και άγνωστο κι εκεί με τις συνασκήτριές της αγωνιζόταν τον καλό αγώνα και ετρεφόταν από το εργόχειρο που έκανε.

Από κει επισκέφθηκε το Βυζάντιο, όπου ασκήτεψε για επτά χρόνια, και ύστερα επέστρεψε πάλι στον τόπο της ησυχίας της. Η Οσία Αθανασία προαισθάνθηκε την κοίμησή της δώδεκα μέρες πριν, γεγονός που ανακοίνωσε στις μοναχές και για το οποίο εξέφρασε με την προσευχή της τις ευχαριστίες της στον Κύριο. Φρόντισε δε να γίνει εκλογή της Ηγουμένης τους, για να εξακολουθήσει απρόσκοπτα η συμβίωσή τους και να διατηρηθεί ο σύνδεσμος της αδελφικής τους αγάπης. Την ημέρα της κοιμήσεώς της εκάλεσε κοντά της τις μοναχές, απηύθυνε σε αυτές λόγια παρηγορητικά και συνετά, και τις παρακάλεσε να διατηρήσουν πάντοτε μια ψυχή και μια καρδιά. Κατόπιν, αφού έψαλε κι εκείνη και οι μοναχές και ενώ είχε εξομολογηθεί και κοινωνήσει των Αχράντων Μυστηρίων την προηγούμενη μέρα, παρέδωσε το πνεύμα της με γαλήνη, δηλώνοντας προς όσες παρευρίσκονταν ότι τις περιμένει εκεί πάνω.

Η είδηση του θανάτου της έφερε πολλούς από τους κατοίκους του νησιού στο ασκητήριο. Εκεί γονάτισαν μπροστά στο ιερό λείψανό της πενθώντας και κλαίγοντας όλοι όσοι είχαν δεχθεί από τα χέρια της βοηθήματα και από τα λόγια της παρηγοριά, αρκετοί δε άρρωστοι θεραπεύτηκαν την ώρα του ενταφιασμού της.

Άγιος Ιωάννης ο Ράπτης ο Νεομάρτυρας εξ Ιωαννίνων
Bληθείς καμίνου εν μέσω Iωάννη,
Xριστώ προσήδες ύμνον ευχαριστίας.

Δεκὰτ Ἰωάννης ὀγδοάτηῃ δέμας ἀπηνῶς καύθη.

Ο Άγιος Ιωάννης ο Ράπτης γεννήθηκε στο χωριό Τέροβο των Ιωαννίνων από ευσεβείς γονείς. Εγκαταστάθηκε στα Ιωάννινα και έκανε το επάγγελμα του ράπτη. Μετά τον θάνατο των γονέων του πήγε στην Κωνσταντινούπολη επί Πατριάρχου Ιερεμίου Α' (1525 - 1545 μ.Χ.) και επί Σουλτάνου Σουλεϊμάν Β' (1520 - 1560 μ.Χ.).

Επειδή ήταν προικισμένος με σωματικές και ψυχικές αρετές, κίνησε τον φθόνο μερικών Τούρκων, που τον πίεζαν να γίνει μουσουλμάνος. Ο Ιωάννης απέρριψε αμέσως τίς δελεαστικές προτάσεις των Τούρκων και όχι μόνο, αλλά αποφάσισε να μαρτυρήσει για τον Χριστό. Δύο φορές αποπειράθηκε να εκπληρώσει αυτή του την επιθυμία, αλλά τον απέτρεψε ο πνευματικός του.

Την τρίτη φορά όμως, Μεγάλη Παρασκευή, είπε πως είδε σε όραμα να χορεύει μέσα στις φλόγες και έτσι πέτυχε την ποθούμενη ευλογία του πνευματικού του. Όταν πήγε στο εργαστήριο του, είδε να έρχονται οι Τούρκοι που τον προέτρεπαν να γίνει μουσουλμάνος. Αυτή τη φορά όμως τον συκοφαντούσαν ότι δήθεν, όταν ήταν στα Τρίκαλα αρνήθηκε τον Χριστό. Ο νεομάρτυρας τους απάντησε ότι αυτό δεν έγινε ποτέ, αλλά και ούτε πρόκειται να γίνει στο μέλλον. Συγχρόνως δε με τα λόγια του, περιφρόνησε τη θρησκεία του Μωάμεθ. Οι Τούρκοι θυμωμένοι όρμησαν, τον συνέλαβαν και τον οδήγησαν στον κριτή. Ομολόγησε και εκεί την πίστη του στον Χριστό, βασανίστηκε και ρίχτηκε στη φυλακή.

Επειδή όμως επέμενε στην ομολογία του, καταδικάστηκε να καεί ζωντανός. Ο Πατριάρχης Κωνσταντινούπολης κατόρθωσε με πολλά χρήματα να αναβάλει για λίγο την εκτέλεση του, αλλά όταν ο Ιωάννης ρωτήθηκε και πάλι αν αρνείται τον Χριστό, απάντησε με θάρρος ότι ποτέ δεν θα τον αρνηθεί και έψαλε μπροστά στους Τούρκους το «Χριστός Ανέστη». Τελικά οι Τούρκοι άναψαν φωτιά έξω από την πόλη, μέσα στην οποία μόνος του αναπήδησε ο Ιωάννης, ψάλλοντας. Ορισμένοι όμως Χριστιανοί, για να απαλλάξουν τον νεομάρτυρα από τους φρικτούς πόνους της φωτιάς, πλήρωσαν τους δήμιους και τον αποκεφάλισαν στίς 18 Απριλίου 1526 μ.Χ.

Τα διασωθέντα λείψανα του, αγοράστηκαν από τους πιστούς και διαφυλάχθηκαν στον Πατριαρχικό ναό.

Ο νεομάρτυρας αυτός, έγινε πασίγνωστος για τα θαύματα του σ' ολόκληρο το γένος. Μαρτύριο του Αγίου αυτού, συνέγραψε ο επιφανής λόγιος ιερέας Νικόλαος Μαλαξός Πρωτοπαπάς Ναυπλίου (+ 1594 μ.Χ.).

Η μνήμη του στα Ιωάννινα τελείται την Τρίτη της Διακαινησίμου στο ναό της Αγίας Μαρίνας.

Άγιος Κοσμάς ο Ομολογητής Επίσκοπος Χαλκηδόνας
Θραύσας βέλη σά, καὶ μεταστάς σου, βίε,
Ἔξω βελῶν ὑπῆρξε Κοσμᾶς, ὡς λόγος.

Ο Άγιος Κοσμάς καταγόταν από την Κωνσταντινούπολη και έζησε τον 9ο αιώνα μ.Χ. Αφιέρωσε τον εαυτό του στον ασκητικό βίο, στον οποίο διακρίθηκε με τη θεάρεστη πολιτεία του συνασκούμενος μετά του Οσίου Αυξεντίου. Για τις αρετές του τιμήθηκε με το αξίωμα της θείας ιεροσύνης και κατέστη Επίσκοπος της Εκκλησίας της Χαλκηδόνος.

Ευρισκόμενος αντιμέτωπος με τους εικονομάχους και πιεζόμενος από τους κρατούντες να καταδικάσει τη διδασκαλία περί των ιερών εικόνων, έμενε ανένδοτος, γι' αυτό εξοριζόταν από τόπο σε τόπο. Έτσι έλαβε και το στέφανο της ομολογίας.

Ο Άγιος Κοσμάς κοιμήθηκε με ειρήνη και το τίμιο λείψανό του ενταφιάσθηκε στο ναό των Αγίων Αποστόλων.

Άγιος Τούνομ ο εμίρης, ο Μάρτυς
Φῶς ἅγιον, Τούνομ, φωτίσαν σὸν σκότος,
Πρὸς Φῶς εἴλκυσέ σε, Χριστόν, ἐν τῷ πόλῳ.
Ὁ ἔνδοξος τοῦ Χριστοῦ Μάρτυς Ἐμίρης

Το Πάσχα του 1579 μ.Χ. οι Αρμένιοι (σημείωση: η αρμενική Εκκλησία είναι μονοφυσιτικών αποκλίσεων, ανήκει δηλαδή στους λεγόμενους «αντιχαλκηδόνιους») κατόρθωσαν να δωροδοκήσουν τον Τούρκο Διοικητή, και να εκδώσει απαγορευτική διαταγή προς τον Έλληνα Ορθόδοξο Πατριάρχη Σωφρόνιο Δ’, ώστε να μην έχει πρόσβαση εντός του Ναού της Αναστάσεως για την τελετή του Αγίου Φωτός. Οι φρουροί έκλεισαν την Αγία Πόρτα και ο Πατριάρχης Σωφρόνιος Δ’ με το ιερατείο και τους πιστούς του παρέμειναν έξω προσευχόμενοι, αναμένοντες την έκβαση των γεγονότων.

Πράγματι η απάντηση του Κυρίου μας ήταν άμεσος. Παρά τις απέλπιδες προσπάθειες του Αρμενίου Πατριάρχου, το Άγιο Φως δεν έλαμψε στο ιερό Κουβούκλιο ή σε άλλο σημείο εντός του Ναού. Το Άγιο Φως εξήλθε διαπερνόν την Κολόνα, η οποία μέχρι σήμερον φαίνεται σχισμένη και μαυρισμένη, και προς μεγάλη κατάπληξιν άναψαν τα κεριά, τα οποία κρατούσε στα χέρια του ο Ορθόδοξος Πατριάρχης. Στην συνέχεια ο Πατριάρχης έδωσε το Άγιο Φως στους Ορθοδόξους, οι οποίοι βρίσκονταν στην αυλή, ενώ ο Αρμένιος έφυγε ντροπιασμένος.

Το αξιοθαύμαστο γεγονός μαρτύρησε ο Εμίρης Τούνομ, ο οποίος εκείνη την στιγμή ήταν φρουρός στην Αγία Πόρτα. Αυτό έγινε αιτία να πιστέψει και να γίνει Χριστιανός. Οι Τούρκοι τον σκότωσαν για να μην μαθευτεί το γεγονός. Συμφώνα με άλλη εκδοχή, όταν αντελήφθη το θαύμα αναφώνησε προς τους συγκεντρωμένους: «Αυτή είναι η αληθινή πίστη». Οι Τούρκοι για την αλλαξοπιστία του τον έκαψαν ζωντανό.

Όταν ο Σουλτάνος πληροφορήθηκε το θαύμα, εξέδωσε φιρμάνι και ανεγνώρισε το αποκλειστικό δικαίωμα για την λήψη του Αγίου Φωτός στον Ελληνορθόδοξο Πατριάρχη.

Τα οστά του Αγίου Τούνομ φυλάσσονται στο Μοναστήρι της Μεγάλης Παναγιάς.

Άγιος Ιωάννης ο Κουλικάς
Tον Kουλικάν δε πώς σιωπή παρίδω,
Oς ογγίνοις τέθνηκεν υπέρ Kυρίου;

Βλέπε βιογραφία του την 8η Απριλίου. Η μνήμη του αναφέρεται και στις 18 Απριλίου, διότι πιθανώς να συγχέεται μ' αυτή του Αγίου Ιωάννη του ράπτη.

Άγιος Ακάκιος ο Β' Επίσκοπος Μελιτηνής
Ο Άγιος Ακάκιος έζησε κατά το πρώτο ήμισυ του 5ου αιώνα μ.Χ. και καταγόταν από τη Μελιτηνή της Αρμενίας. Διετέλεσε αναγνώστης της εκεί τοπικής Εκκλησίας και διδάσκαλος του Οσίου Ευθυμίου του Μεγάλου, τον οποίο σε ηλικία μόλις τριών ετών, όταν ο Όσιος έχασε τον πατέρα του, η χήρα μητέρα του τον παρέδωσε στον ευλαβή Επίσκοπο της Μελιτηνής Ευτρώιο.

Ο Άγιος διακρίθηκε για το ορθόδοξο ήθος του και τους αγώνες του κατά των δυσσεβών αιρετικών. Παρέστη στην Γ' Οικουμενική Σύνοδο, το έτος 431 μ.Χ., που συγκλήθηκε στην Έφεσο και υποστήριξε θερμά την ορθόδοξη διδασκαλία περί των δύο εν Χριστώ φύσεων και περί της Αειπαρθένου Μαρίας ως Θεοτόκου, εναντίων του Νεστορίου. Στα Πρακτικά της Συνόδου διασώθηκε σύντομη ομιλία του Αγίου, στην οποία υποστηρίζει την περί δύο φύσεων εκκλησιαστική διδασκαλία.

Ο Άγιος Ακάκιος συνδεόταν στενά διά πνευματικής φιλίας με τον Άγιο Κύριλλο Αλεξανδρείας. Μάλιστα, ο Όσιος Ευθύμιος είχε συστήσει στον Επίσκοπο Πέτρο των Σαρακηνών να ακολουθήσει κατά πάντα τρόπο στη Σύνοδο τους Αγίους Κύριλλο και Ακάκιο, που ήταν Ορθόδοξοι Επίσκοποι και αγωνίζονταν κατά της ασεβείας.

Ο Άγιος Ακάκιος, αφού εργάσθηκε για τη διάδοση και στερέωση της ορθοδόξου πίστεως και υπήρξε θαυματουργός, κοιμήθηκε με ειρήνη το έτος 445 μ.Χ.

Όσιος Ευθύμιος ο Θαυματουργός
Ο Όσιος Ευθύμιος είναι άγνωστος στον Συναξαριστή του Αγίου Νικόδημου και τα Μηναία. Συναντάται στον Συναξαριστή Delehaye, αλλά χωρίς βιογραφικά στοιχεία. Στο Λαυριωτικό Κώδικα Ι 70 φ. 1526 όμως, υπάρχουν τα βιογραφικά στοιχεία του.

Σύμφωνα με αυτά, ο Όσιος Ευθύμιος από την παιδική του ηλικία πόθησε τον ασκητικό βίο. Πιέσθηκε πολύ από τους γονείς του για να νυμφευθεί, αποσκίρτησε όμως από το θέλημα αυτών και κατέφυγε σε μοναστήρι, όπου εκάρη μοναχός. Στην αρχή του ανατέθηκε το διακόνημα του μαγείρου και η φύλαξη του πυλώνος. Αφού διήλθε το στάδιο όλων των διακονημάτων προσφέροντας στους αδελφούς και διδάσκοντάς τους με την υπακοή και την ταπείνωσή του, εξελέγη από τους πατέρες της μονής, ηγούμενος αυτής. Επειδή όμως ο Όσιος δεν επιθυμούσε την πρόσκαιρη δόξα των ανθρώπων και τη ματαιότητα του βίου, έφυγε κρυφά από το μοναστήρι και εγκαταστάθηκε σε τόπο έρημο και ήσυχο, όπου συνέχισε το έργο της προσευχής και της ασκήσεως. Εκεί καλλιέργησε τις αρετές και αξιώθηκε από τον Άγιο Θεό του χαρίσματος της θαυματουργίας.

Ο Όσιος Ευθύμιος, αφού έφθασε σε βαθύ γήρας, κοιμήθηκε με ειρήνη.

Όσιος Ναυκράτιος ο Στουδίτης
Ο Όσιος Ναυκράτιος έζησε κατά τον 9ο αιώνα μ.Χ. Ήταν θερμός υπερασπιστής της προσκυνήσεως των ιερών εικόνων και γι' αυτό υπέστη διωγμούς και εξορίες επί αυτοκράτορος Λέωντος του Ε' (813 - 820 μ.Χ.). Όταν πέθανε ο αυτοκράτορας Θεόφιλος (829 - 842 μ.Χ.), επέστρεψε στη μονή του Στουδίου και κατά το έτος 842 μ.Χ. εξελέγη ηγούμενος αυτής από τους συναθροισθέντες μοναχούς.

Ο Όσιος Ναυκράτιος κοιμήθηκε με ειρήνη το έτος 847 μ.Χ. και το ιερό λείψανό του ενταφιάσθηκε σαν Ομολογητής στη μονή του Στουδίου, όπου ετελείτο και η Σύναξη τού.

 

Άγιος Κύριλλος ο ΣΤ' ο Ιερομάρτυρας
Ο Άγιος Ιερομάρτυρας Κύριλλος ο ΣΤ' (προστάτης του Πυθίου), ο επιλεγόμενος Σεραπετζόγλου (το κοσμικό του όνομα ήταν Κωνσταντίνος Σερπεντζόγλου), καταγόταν από την Αδριανούπολη και διδάχθηκε τα εγκύκλια γράμματα στη σχολή της γενέτειράς του. Υπηρέτησε ως αρχιδιάκονος στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως. Το έτος 1803 μ.Χ. χειροτονήθηκε Μητροπολίτης Ικονίου και μετετέθη στην Αδριανούπολη το έτος 1810 μ.Χ. Στις 4 Μαρτίου του 1813 μ.Χ., εξελέγη Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως. Ήταν αυτός που συνέστησε τη εκκλησιαστική μουσική σχολή υπό τους τρεις διδασκάλους της νέας μεθόδου, το έτος 1815 μ.Χ. Υπήρξε φίλος των γραμμάτων και κήρυττε συνεχώς τον Θείο λόγο. Στις 13 Δεκεμβρίου του 1818 μ.Χ. παύθηκε από τον πατριαρχικό θρόνο και αναχώρησε για την πατρίδα του, την Αδριανούπολη, όπου υπέστη μαζί με άλλους είκοσι επτά κληρικούς και προύχοντες τον διά αγχόνης θάνατο, το έτος 1821 μ.Χ., ως ενερχόμενος, σύμφωνα με το φιρμάνι που διέτασσε τον απαγχονισμό, στο κίνημα που προετοίμαζε την ελευθερία του Ρωμαϊκού έθνους.

Η απόφαση για τον απαγχονισμό του Αγίου Κυρίλλου έχει ως εξής: «Ἐπειδὴ ἐξηκριβώθη ὅτι ὁ ἐν Κωνσταντινουπόλει Πατριάρχης τῶν Ρωμαίων, ὁ ἀπολυθεῖς καὶ εἰς Ἀδριανούπολιν ἐξορισθεῖς Κύριλλος, ὁ προκάτοχος τοῦ φονευθέντος Πατριάρχου, ἐνέχεται εἰς τὸ κίνημα τὸ παρασκευαζόμενον μεταξὺ τοῦ Ρωμαϊκοῦ Ἔθνους καὶ πρέπει νὰ ἐξαφανισθῆ καὶ οὗτος ἀπὸ προσώπου γῆς, πρὸς παραδειγματισμόν, ἐξέδωκα τὸ μυστικὸν τοῦτο φιρμάνιον καὶ διατάσσω τὸν ἀπαγχονισμὸν τοῦ Κυρίλλου. Νὰ τὸν συλλάβης ἀμέσως καὶ νὰ τὸν κρεμάσης μὲ τὴν περιβολήν του ἐντὸς τῆς Ἀδριανουπόλεως».

Το σώμα του, αφού παρέμεινε κρεμασμένο για τρείς ημέρες, πετάχτηκε τελικά στον ποταμό του Έβρου για να βρεθεί και να ταφεί λίγο αργότερα από τον χωρικό Χρήστο Αργυρίου. Τα λείψανά του μετεφέρθησαν έπειτα από χρόνια στην μητρόπολη της Ανδριανουπόλεως.

Στο συγγραφικό έργο του Κυρίλλου ανήκει ο Πίναξ χορογραφικός της Μεγάλης Αρχισατραπείας του Ικονίου, ένα έργο που δημοσιεύθηκε στην Βιέννη το 1812 μ.Χ. για να ακολουθήσει η Ιστορική περιγραφή του προεκδοθέντος χορογραφικού πίνακος του Ικονίου. Το δεύτερο αυτό σύγγραμμα, τό οποίο εξεδόθη στην Κωνσταντινούπολη το 1815 μ.Χ., αποτελεί μίαν επεξήγηση του Πίνακος, ενώ περιλαμβάνει και μία περιγραφη της Ανδριανουπόλεως και των περιοχών γύρω από την Θράκη. Των γεωγραφικού περιεχομένου έργων του προηγήθηκε η συλλογή ποιημάτων«Ιερογραφική Αρμονία», με έμμετρα των Θ. Προδρόμου, Γ. Πισιδίου και Ν. Ξανθοπούλου, η οποία τυπώθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1802 μ.Χ. Διασώζονται επίσης 158 κηρύγματά του, καθώς και μία συλλογή από αρχαίες επιγραφές που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Ερμής ο Λόγιος.

Όσιος Ευθύμιος ο Φωτιστής της Καρελίας
Ο Όσιος Ευθύμιος, ο Θαυματουργός, του Αρχαγγέλσκ, όπως καλείται στα αρχαία χειρόγραφα Ημερολόγια, γεννήθηκε το δεύτερο ήμισυ του 14ου αιώνα μ.Χ. Περί το έτος 1400 μ.Χ. πήγε στα βόρεια, για να διάγει αναχωρητικό βίο, αλλά αργότερα, γύρω στο 1410 μ.Χ., περιστοιχισμένος από μαθητές που ήθελαν να ακολουθήσουν την ίδια κλίση, ίδρυσε στις όχθες της Μαύρης Θάλασσας, στην Καρελία (Φινλανδία), μονή αφιερωμένη στον Άγιο Νικόλαο.

Στην αρχή τίποτε δεν ευνοούσε την ανάπτυξη του μοναχικού βίου σε εκείνη την περιοχή, όπου κατοικούσαν άνθρωποι με πρωτόγονες συνήθειες. Αλλά ο Όσιος Ευθύμιος ήξερε να είναι σταθερός και πιστός στη βοήθεια του Θεού. Έτσι παρέμεινε στην περιοχή και εργάσθηκε για τη στερέωση του μοναχικού βίου και τη διάδοση της πίστεως.

Ο Όσιος Ευθύμιος κοιμήθηκε με ειρήνη το έτος 1435 μ.Χ. και ενταφιάσθηκε στη μονή της Καρελίας, όπου είχαν ενταφιασθεί και οι μαθητές του Στέφανος ο Ασκητής, Ησαΐας και Νικάνωρ.

Η αναγνώριση των ιερών λειψάνων του Οσίου Ευθυμίου πραγματοποιήθηκε το έτος 1647 μ.Χ. Στο Ημερολόγιο της Αδελφότητας του Αγίου Γερμανού της Αλάσκας μνημονεύεται ως «Φωτιστής της Καρελίας» μαζί με τους Αγίους Αντώνιο και Ευτύχη.

Όσιος Ματθαίος
Ο Όσιος Ματθαίος (ή Ματθίας) έζησε κατά τον 9ο αιώνα μ.Χ. και συνέδεσε τον βίο του με την Οσία Αθανασία (βλέπε 18 Απριλίου). Όταν η Οσία αποφάσισε να μονάσει σε τόπο ήσυχο, χρησιμοποίησε ως συνεργό τον Ματθαίο, ο οποίος πήγαινε στις ασκήτριες τα απαραίτητα για την συντήρησή τους, που προμηθεύονταν από τα εργόχειρα που η Οσία πωλούσε.

Σε αυτόν τον μακάριο Ματθαίο ήλθε ένας άνθρωπος, που όλες του οι κλειδώσεις ήταν παραλυμένες. Ο Όσιος τον λυπήθηκε, έβγαλε τον μανδύα που φορούσε και τον έβαλε στους ώμους του παράλυτου. Τότε έτριξαν φοβερά τα κόκαλά του και αμέσως ο άνθρωπος θεραπεύθηκε. Έναν άλλον άνθρωπο, που από διαβολική ενέργεια το πρόσωπό του είχε παραμορφωθεί, τον σταύρωσε με το χέρι του και του χάρισε τη θεραπεία.

Ο Όσιος Ματθαίος, αφού διέλαμψε με θαύματα και σημεία στον τόπο της ησυχίας και της ασκήσεως, κοιμήθηκε με ειρήνη.

Όσιοι Αντώνιος και Φήλικας
Οι Όσιοι Αντώνιος και Φήλικας του Κορέλ έζησαν κατά τον 15ο αιώνα μ.Χ. και σκήτεψαν στη μονή του Αγίου Νικολάου, που είχε ιδρύσει ο Όσιος Ευθύμιος, ο Φωτιστής της Καρελίας (βλέπε 18 Απριλίου). Εργάσθηκαν ιεραποστολικά για τη διάδοση του λόγου του Θεού και η στερέωση της ορθοδόξου πίστεως και κοιμήθηκαν με ειρήνη.

Όσιος Βασίλειος ο Θαυματουργός εκ Γεωργίας
Ο Όσιος Βασίλειος (Ρατισχβίλι), ο Θαυματουργός, έζησε μεταξύ του 18ου και του 9ου αιώνα μ.Χ. στη Γεωργία και ασκήτεψε στη μονή του Καμπένι, της οποίας το αρχαίο όνομα ήταν Γεθσημανή. Κοιμήθηκε οσίως με ειρήνη.

Σύναξη της Υπεραγίας Θεοτόκου του Μαξίμου
Η ιερά εικόνα της Θεοτόκου του Μαξίμου αγιογραφήθηκε κατά το έτος 1299 μ.Χ., εξαιτίας ενός οράματος που είδε ο Άγιος Μάξιμος, Μητροπολίτης Βλαντιμίρ (τιμάται 6 Δεκεμβρίου), όταν έφθασε στο Βλαντιμίρ από το Κίεβο. Στο όραμα η Θεοτόκος εμπιστεύεται το ωμοφόριο σε αυτόν, λέγοντας: «Δούλε, Μάξιμε, είναι καλό που έχεις έλθει να επισκεφθείς την πόλη μου. Πάρε αυτό το ωμοφόριο και ποίμανε το ποίμνιο της πόλεως αυτής». Όταν ο Άγιος ξύπνησε, το ωμοφόριο που του έδωσε η Παναγία, ήταν απλωμένο στα χέρια του. Γι' αυτό και η εικόνα απεικονίζει τη Θεοτόκο σε όρθια θέση μαζί με το παιδίον Ιησού και με τον Άγιο Μάξιμο να είναι γονατιστός και να δέχεται το επισκοπικό ωμοφόριο. Το ωμοφόριο, φυλάχθηκε στον καθεδρικό ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου για 112 χρόνια. Το έτος 1412 μ.Χ., κατά την διάρκεια μιας Ταταρικής επιδρομής, το ωμοφόριο κρύφθηκε από το νεωκόρο του καθεδρικού ναού, ο οποίος και μαρτύρησε από τους Τάταρους.



Σύναξη των Οσίων Κολλυβάδων Πατέρων, των εκ του Αγιωνύμου Άθωνος ορμωμένων
Γέγηθε ὑμῖν ὁ Ἄθως Κολλυβάδες,
Νύμφη δὲ Χριστοῦ, νῦν Ἐκκλησία χαίρει

Σπείραντες Θεοῦ τήν γνῶσιν Κολλυβάδες,
δράγματα ζωῆς ἐθέρισαν ἀφθόνως

Ἡμέρα Λαμπρᾶς καταπαύσεως δεῦτε
ἐργάτας φωτός στέψωμεν Κολλυβάδας.

Στην ιστορία της Εκκλησίας μας το Πνεύμα το Άγιο αναδεικνύει κάποιες πνευματικές προσωπικότητες, οι οποίες όχι μόνο χαρακτηρίζουν την εποχή τους, αλλά και γίνονται φωτεινοί φάροι για τις επερχόμενες γενεές. Γι’ αυτό ατενίζοντας προς αυτούς μπορούμε και εμείς, οι «εις τους εσχάτους καιρούς καταντήσαντες», να διαπλεύσουμε ακίνδυνα, «αβρόχοις ποσί» την θάλασσα των πειρασμών, των παθών, των πλανών του διαβόλου και να φθάσουμε στο λιμάνι της «όντως ζωής», της απαθείας, του «σαββατισμού»· να επιτύχουμε την σωτηρία μας. Τέτοιοι ήταν οι Τρεις Ιεράρχες (βλέπε 30 Ιανουαρίου), ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής (βλέπε 21 Ιανουαρίου), ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος (βλέπε 12 Οκτωβρίου), ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς (βλέπε 14 Νοεμβρίου), οι Κολλυβάδες Πατέρες.

Η εμφάνιση των Κολλυβάδων κατά τον 18ο μ.Χ. αιώνα στον αγιορειτικό και ευρύτερα τον ελλαδικό χώρο, προκαλεί μία δυναμική επιστροφή στις ρίζες της Ορθοδόξου Πατερικής Παραδόσεως.

Οι φορείς αυτής της Ορθοδόξου Παραδόσεως ονομάσθηκαν ειρωνικά από τους αντιπάλους τους στο Άγιον Όρος Κολλυβάδες, εξαιτίας του ότι αντέδρασαν στην αντιπαραδοσιακή μεταφορά της τελέσεως των μνημοσύνων από το Σάββατο στην Κυριακή, γιατί σωστά εκτίμησαν ότι προσβάλλεται έτσι ο αναστάσιμος και πανηγυρικός χαρακτήρας της ημέρας.

Συγκεκριμένα η αφορμή δόθηκε από τους μοναχούς της αγιορειτικής Σκήτης της Αγίας Αννης. Το 1754 μ.Χ. οι Αγιαναννίτες μοναχοί εργάζονταν για την ανοικοδόμηση του Κυριακού (τού κεντρικού Ναού της Σκήτης). Αλλά επειδή έπρεπε να εργάζονται και το Σάββατο, πήραν την απόφαση να μην τελούν τα μνημόσυνα των κεκοιμημένων το Σάββατο σύμφωνα με την παράδοση που ίσχυε σε όλο το Άγιον Όρος, αλλά την Κυριακή μετά την Θεία Λειτουργία. Η απόφαση αυτή, που ερχόταν σε αντίθεση με την εκκλησιαστική παράδοση, σκανδάλισε τον ιεροδιάκονο Νεόφυτο Καυσοκαλυβίτη, που ήταν τότε καθηγητής στην Αθωνιάδα Σχολή – την οποία προσφάτως, το 1749 μ.Χ., είχε ιδρύσει η Ιερά Μονή Βατοπαιδίου – και άρχισε δογματικό αγώνα εναντίον των Αγιαναννιτών. Ο ιεροδιάκονος Νεόφυτος ήταν ο πρωτουργός του κινήματος των Κολλυβάδων.

Βέβαια η τέλεση των μνημοσύνων ήταν μία μικρή λεπτομέρεια μέσα στο όλο ανακαινιστικό και παραδοσιακό έργο των Κολλυβάδων. Απλώς τονίσθηκε και διογκώθηκε εσκεμμένα από τους αντιπάλους τους, τους λεγομένους Αντικολλυβάδες ή Φιλελευθέρους, ώστε όχι μόνο να αποκρυβεί η όλη τους προσφορά, αλλά και να συκοφαντηθούν οι ίδιοι, γιατί ασχολούνταν με μικρά και ασήμαντα πράγματα, όπως είναι δήθεν τα μνημόσυνα και τα κόλλυβα. Αλλά και οι Μακκαβαίοι (βλέπε 1 Αυγούστου) για μία μικρή λεπτομέρεια, για το ότι δεν υπήκουσαν στον βασιλιά Ναβουχοδονόσορα και δεν έφαγαν χοιρινό κρέας που το απαγόρευε η παράδοση των Πατέρων τους, υποβλήθηκαν σε φρικτά μαρτύρια και έγιναν Μάρτυρες και γνήσιοι ομοληγητές της πίστεως των Πατέρων· τους οποίους τιμούμε ως Αγίους της Εκκλησίας μας. Ο ομολογιακός χαρακτήρας της ορθοδόξου πίστεώς μας εκφράζεται όχι μόνο στο δογματικό επίπεδο, αλλά και στο ηθικό και γενικότερα το παραδοσιακό.

Αλλη αφορμή για την εμφάνιση των Κολλυβάδων δόθηκε με την έκδοση δύο βιβλίων, του πρώτου το 1777 μ.Χ. και του δευτέρου το 1783 μ.Χ., τα οποία αναφέρονταν στην ανάγκη της συχνής θείας Μεταλήψεως και προερχόταν από τον κύκλο των Κολλυβάδων. Το δεύτερο βιβλίο, του οποίου συγγραφείς είναι ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης (βλέπε 14 Ιουλίου) και ο άγιος Μακάριος ο Νοταράς επίσκοπος Κορίνθου (βλέπε 17 Απριλίου), καταδικάσθηκε από το Πατριαρχείο το 1785 μ.Χ., γιατί δήθεν δημιουργούσε σκάνδαλα και διχόνοιες. Αργότερα όμως το ίδιο το Οικουμενικό Πατριαρχείο πρόβαλε το βιβλίο αυτό ως ψυχωφελές και σωτήριο και με Πατριαρχικό και Συνοδικό γράμμα αθώωσε τους συγγραφείς του.

Μαζί με τον ιεροδιάκονο Νεόφυτο Καυσοκαλυβίτη συντάχθηκαν αρχικά οι διδάσκαλοι της Αθωνιάδος Σχολής, άγιος Αθανάσιος ο Πάριος (βλέπε 24 Ιουνίου), Χριστόφορος ο Προδρομίτης ο εξ Αρτης και οι ιερομόναχοι Αγάπιος ο Κύπριος, Ιάκωβος ο Πελοποννήσιος, Παρθένιος ο αγιογράφος και Παΐσιος ο καλλιγράφος. Αργότερα προστέθηκαν και ο Νικόδημος ο Αγιορείτης, ο μεγάλος άγιος και σοφός διδάσκαλος του Γένους· ο άγιος Μακάριος επίσκοπος Κορίνθου, που καταγόταν από την επιφανή οικογένεια των Νοταράδων· ο ιερομόναχος Διονύσιος ο Σιατιστέας, πνευματικός της Βατοπαιδινής Σκήτης του Αγίου Δημητρίου, και ο υποτακτικός του ιερομόναχος Ιερόθεος, ο πνευματικός του Αγίου Όρους στο Πρωτάτο.

Οι κύριοι εκφραστές του κινήματος των Κολλυβάδων, οι οποίοι δημιούργησαν μία φιλοκαλική αναγέννηση τον 18ο μ.Χ. αιώνα στην Ορθόδοξο Εκκλησία, ήταν ο Αθανάσιος ο Πάριος, ο Νικόδημος ο Αγιορείτης και ο Μακάριος Κορίνθου, ο Νοταράς. Αυτοί λόγω της προσφοράς και δραστηριότητός τους, αλλά περισσότερο λόγω της οσίας και υποδειγματικής Πατερικής βιοτής τους, δικαίως συγκαταριθμήθηκαν στην χορεία των Αγίων της Εκκλησίας μας.

Περί της τελέσεως των μνημοσύνων συνήλθαν δύο Σύνοδοι. Η πρώτη με εντολή του Πατριαρχείου έγινε στην Ιερά Μονή Κουτλουμουσίου του Αγίου Όρους το 1774 μ.Χ. και συμμετείχαν δύο πρώην πατριάρχες, οκτώ άλλοι αρχιερείς και 200 περίπου μοναχοί. Η Σύνοδος αναθεμάτισε τους Κολλυβάδες. Η δεύτερη Σύνοδος έγινε στην Κωνσταντινούπολη το 1776 μ.Χ. επί οικουμενικού πατριάρχου Σωφρονίου Β΄ και συμμετείχαν ο πατριάρχης Ιεροσολύμων Αβραάμιος και άλλοι 16 αρχιερείς. Η Σύνοδος αφόρισε τους αρχηγούς των Κολλυβάδων – μεταξύ των οποίων συγκαταλεγόταν και ο ιερομόναχος Αγάπιος ο Κύπριος – ενώ εδίωξε και εξόρισε τον άγιο Αθανάσιο τον Πάριο. Το 1785 μ.Χ. ο πατριάρχης Γαβριήλ ο Δ΄ αθώωσε τον άγιο Αθανάσιο. Η τελική δικαίωση όμως των Κολλυβάδων και για το θέμα των μνημοσύνων και την συχνή θεία Μετάληψη έγινε αρκετά αργότερα, τον Αύγουστο του 1819 μ.Χ., από τον πατριάρχη Γρηγόριο τον Ε΄ (βλέπε 10 Απριλίου).

Οι Αντικολλυβάδες–Φιλελεύθεροι χρησιμοποίησαν όλα τα αθέμιτα μέσα κατά των Κολλυβάδων· τις διαβολές, τις κατηγορίες, τις συκοφαντίες· έφθασαν ως και στην διάπραξη φόνων. Οι Αγιαναννίτες κάλεσαν κάποιον αρχιληστή της εποχής, τον καπετάν Μάρκο, για να φονεύσει τέσσερις Κολλυβάδες: Τον καλλιγράφο ιερομόναχο Παΐσιο και τον Γέροντά του Θεοφάνη, τον ιερομόναχο Αγάπιο τον Κύπριο και τον ιερομόναχο Γαβριήλ. Και ο ληστής κατάφερε και έπνιξε τους δύο από αυτούς, τον ιερομόναχο Παΐσιο και τον Γέροντα Θεοφάνη.

Η διδασκαλία των Κολλυβάδων ήταν ακραιφνώς Πατερική. Κύριο μέλημά τους ήταν να πείσουν με τον λόγο και με όλο το βίωμά τους τους πιστούς, ώστε να ζήσουν την εσωτερική εν Χριστώ ζωή. Τα θέματα στα οποία εντόπιζαν τον αγώνα τους αφορούσαν την θεία Λατρεία. Ήταν φιλακόλουθοι και συνιστούσαν την τακτική θεία Εξομολόγηση, την συχνή συμμετοχή των πιστών μετά από συνεχή πνευματικό αγώνα και προετοιμασία στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Προέτρεπαν στην αυστηρή τήρηση του εκκλησιαστικού τυπικού, που εξασφαλίζει την πνευματική ισορροπία στην ζωή της Εκκλησίας. Επίσης συνιστούσαν την μελέτη Πατερικών κειμένων, η οποία βοηθά τον πιστό στην διαμόρφωση γνησίου Πατερικού φρονήματος. Ιδιαίτερα οι τρεις άγιοι Κολλυβάδες, Νικόδημος ο Αγιορείτης, Αθανάσιος ο Πάριος, Μακάριος ο Νοταράς, ερμήνευσαν κείμενα της Αγίας Γραφής και των Πατέρων της Εκκλησίας μας, έγραψαν βίους και συνέταξαν Ακολουθίες Αγίων, ακόμη και σχολικά εγχειρίδια Γραμματικής, Ρητορικής, Φιλοσοφίας. Πολλοί Κολλυβάδες αντέγραψαν μάλιστα έργα θύραθεν συγγραφέων, μετέφρασαν σύγχρονους Δυτικούς φιλοσόφους, δεν φοβήθηκαν την επαφή με την νεωτερικότητα είτε προσλαβάνοντας στοιχεία και μεθόδους που εναρμονίζονταν με την Πατερική διδασκαλία είτε επικρίνοντας αυτήν έντονα. Ο σοφός Ευγένιος Βούλγαρης – που κάλλιστα μπορεί να συνταχθεί μαζί με τους Κολλυβάδες Πατέρες, αν και δεν συμμετείχε ενεργά στο κίνημα, αφού μετά το 1762 μ.Χ. βρίσκεται εκτός του ελλαδικού χώρου (Λειψία και κατόπιν Ρωσία)– ήταν βαθύς γνώστης και κριτικός αποτιμητής των πνευματικών ρευμάτων της εποχής του μέσα στο φως της Πατερικής παραδόσεως.

Αυτό που προείχε για τους Κολλυβάδες ήταν να φωτισθεί το υπόδουλο Γένος και να σταθεί στην πίστη και στις παραδόσεις των Πατέρων, να διασωθεί ο ελληνορθόδοξος πολιτισμός και ο κατά Χριστόν τρόπος ζωής. Ο άγιος Νικόδημος έγραψε 25 ογκώδη συγγράμματα. Μεταξύ αυτών ξεχωρίζει το Συμβουλευτικόν Εγχειρίδιον, που το έγραψε όταν ήταν εξόριστος στο νησί Σκυροπούλα, και ενώ η εκεί διαβίωσή του ήταν πλήρης δυσκολιών και ταλαιπωριών, με στέρηση και των απαραιτήτων για τις βιοτικές του ανάγκες – και φυσικά βιβλίων. Χρησιμοποιεί από μνήμης πλήθος Πατερικών χωρίων για την συγγραφή του βιβλίου του· κάτι το οποίο αποδεικνύει την Χάρη και την απέραντη μνήμη του μεγάλου αυτού Πατρός. Το σύγγραμμα αυτό αποτελεί ένα εγκόλπιο για τον πιστό που θέλει να βιώσει την εν Χριστώ πνευματική ζωή, πραγματεύεται για την φυλακή των αισθήσεων, την νοερά προσευχή και για όλα όσα συντελούν στην τελειοποίηση του έσω ανθρώπου. Ο άγιος Αθανάσιος ο Πάριος, που χαρακτηρίστηκε ως ο μαχητικότερος των Κολλυβάδων, έγραψε 53 συγγράμματα. Πολέμησε ιδιαίτερα τον αθεϊστικό Βολταιρισμό· την πλάνη που προσπαθούσε να εισέλθει και στον ελλαδικό ορθόδοξο χώρο με το πρόσχημα του Διαφωτισμού, της φυσικής θρησκείας, του ορθολογισμού, και που ενέκρυβε την αθεΐα.

Επίσης οι Κολλυβάδες ήταν οι πνευματικοί καθοδηγητές των Νεομαρτύρων. Αυτοί προετοίμαζαν και τόνωναν ψυχολογικά στον δρόμο του μαρτυρίου, ιδιαίτερα αυτούς που είχαν πρωτύτερα αρνηθεί την πίστη τους, αλλά μετανοημένοι και έμπλεοι θείου έρωτος ζητούσαν διακαώς και επέμεναν να προχωρήσουν στο μαρτύριο. Ο άγιος Μακάριος ο Νοταράς «γύμνασε πνευματικά» και συντέλεσε ώστε να ανάψει το «θείον πύρ» της προς τον Χριστόν αγάπης στις καρδιές τριών μεγάλων Νεομαρτύρων· του Πολυδώρου (βλέπε 3 Σεπτεμβρίου), ο οποίος καταγόταν από την Λευκωσία, του Θεοδώρου του Βυζαντίου (βλέπε 17 Φεβρουαρίου) και του Δημητρίου του Πελοποννησίου (βλέπε 14 Απριλίου). Το αίμα των Νεομαρτύρων αποτέλεσε το ευώδες θυμίαμα ενώπιον του Θεού και επέφερε την λύτρωση για το υπόδουλο Γένος. Ο άγιος Νικόδημος συγκέντρωσε πολλά από τα μαρτύρια αυτά στο βιβλίο του, «Νέον Μαρτυρολόγιον».

Το αναγεννητικό κίνημα των Κολλυβάδων είχε αποφασιστικές επιδράσεις στην τόνωση και ενίσχυση της παιδείας του υποδούλου Γένους και στην διατήρηση της αυτοσυνειδησίας του, όχι μόνον απέναντι των Οθωμανών κατακτητών, αλλά και απέναντι των δυτικών ιεραποστόλων (μισσιονάρων) που όργωναν τις ορθόδοξες χώρες, ασκώντας προσηλυτισμό με αθέμιτα μέσα, προπάντος όμως εκμεταλλευόμενοι την αμάθεια, την δουλεία και την φτώχεια των Ορθοδόξων πιστών. Ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός (βλέπε 24 Αυγούστου) έλεγε ότι ο Θεός για το δικό μας καλό επέτρεψε να σκλαβωθούμε στους Τούρκους και όχι στους Φράγκους, γιατί αυτοί θα μας έβλαπταν την πίστη. «Ο δε Τούρκος», τόνιζε ο πατρο–Κοσμάς, «άσπρα άμα του δώσης, κάμνεις ό,τι θέλεις».

Οι Κολλυβάδες προκάλεσαν την ησυχαστική αναγέννηση του Αγίου Όρους, ήταν φορείς της Πατερικής παραδόσεως. Αυτοί εξέφραζαν την υπερχιλιετή ζωή και πορεία του Αγίου Όρους, σε αντίθεση με τους Αντικολλυβάδες οι οποίοι ήταν επηρεασμένοι από τον ευρωπαϊκό θεϊστικό Διαφωτισμό, που ήθελε την εκκοσμίκευση της Εκκλησίας και την αλλοίωση του ορθοδόξου μοναχισμού. Οι Αντικολλυβάδες είχαν ελλιπή πνευματική ζωή, έμεναν απλά σε έναν τύπο της μοναχικής ζωής, την λεγομένη «χονδροκαλογερική», και δεν βίωναν την θεία Χάρη μέσα από την Ορθόδοξη παράδοση. Γι’ αυτό εξάλλου ήταν αντίθετοι στις μακρές Ακολουθίες, στην συχνή θεία Μετάληψη και Εξομολόγηση, στην προγραμματισμένη πνευματική μελέτη, στην νοερά εργασία, στην αδολεσχία με την ευχή του Ιησού. Δεν είχαν εσωτερική πνευματική ζωή. Οι Κολλυβάδες Πατέρες δικαίωναν την ύπαρξη του Αγίου Όρους, ως φορέα της ακραιφνούς Πατερικής παραδόσεως. Στάθηκαν στην γραμμή των μεγάλων Πατέρων της Εκκλησίας μας – ιδιαίτερα των ησυχαστών και νηπτικών Πατέρων του 14ου μ.Χ. αιώνα – και δεν άφησαν να αλλοιωθεί ο ορθόδοξος μοναχισμός, όπως είχε ήδη αρχίσει να γίνεται στην Ρωσία επί τσάρου Πέτρου του Μεγάλου, του μεγάλου εραστού της Δύσεως που προώθησε τον εξευρωπαϊσμό της ορθοδόξου πίστεως και συμπληρώθηκε με την αντιμοναστική πολιτική της αυτοκράτειρας Αικατερίνης της Β΄.

Μολονότι οι Αντικολλυβάδες ήταν περισσότεροι σε αριθμό, χρησιμοποιούσαν, όπως είπαμε βίαια μέσα, είχαν δε πολλές φορές και την υποστήριξη ορισμένων πατριαρχών, εντούτοις δεν κατάφεραν να καταπνίξουν αυτό το κίνημα. Οι θέσεις των Κολλυβάδων υπέρ της Ορθοδόξου παραδόσεως και η νέα γενική αφυπνιστική κίνηση, που είχε ως βάση την αναβίωση του ησυχασμού, σύντομα διαδόθηκαν στην Θεσσαλονίκη, την Θεσσαλία, την Ήπειρο, την Πελοπόννησο και στα νησιά του Αιγαίου. Οι περισσότεροι Αγιορείτες Πατέρες που εξορίσθηκαν ή αυτοεξορίσθηκαν από το Άγιον Όρος μετέβησαν σε νησιά πλησίον του Αγίου Όρους, στο Αιγαίο Πέλαγος.

Ένας από τους εξορισθέντες Κολλυβάδες, ο ιερομόναχος Νήφων ο Χίος (βλέπε 28 Δεκεμβρίου) μαζί με άλλους τέσσερις μοναχούς, τους Γρηγόριο, Αγαθάγγελο, Ανανία, Ιωσήφ αφού πέρασαν για αρκετά χρόνια στην Σάμο, Πάτμο και Ικαρία πήγαν τελικά στην Σκιάθο, όπου ο Νήφων ίδρυσε την περίφημη Κοινοβιακή Μονή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου το 1794 μ.Χ., που αποτέλεσε το βασικότερο κέντρο των Κολλυβάδων εκτός του Αγίου Όρους. Σε αυτήν την Μονή γαλουχήθηκαν οι δύο Σκιαθίτες λογοτέχνες και πνευματικά αναστήματα των Κολλυβάδων, ο Αλέξανδρος Μωραϊτίδης (μετέπειτα μοναχός Ανδρόνικος) και ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης.

Ο άγιος Μακάριος ο Νοταράς περιφερόταν συνεχώς στα νησιά του Αιγαίου προς στηριγμό και μετάδωση του Πατερικού πνεύματος στον λαό του Θεού, και ιδίως στην νήσο Χίο μαζί με τον άγιο Αθανάσιο τον Πάριο.

Ο μακάριος Γέροντας Ιερόθεος άρχισε τον μοναχικό του βίο από την Βατοπαιδινή Σκήτη του Αγίου Δημητρίου, όπου είχε ως Γέροντα τον πνευματικό της Σκήτης, Διονύσιο τον Σιατιστέα. Μετά τον θάνατο όμως του Γέροντός του και κατά την δεύτερη φάση διώξεως των Κολλυβάδων από τον Άγιον Όρος αναγκάζεται να φύγει από τον Αθωνα. Πηγαίνει στον Πόρο και στην Ύδρα, όπου ιδρύει την Ιερά Μονή του Προφήτου Ηλία. Ο αδελφός του Φιλόθεος γίνεται ο νέος κτίτορας της εγκαταλελειμμένης τότε Μονής της Ζωοδόχου Πηγής της Λογγοβάρδας στην Πάρο. Από αυτήν την Μονή προήλθε και ο άγιος ηγούμενός της, ο γνωστός μας Φιλόθεος Ζερβάκος.

Ο άγιος Αρσένιος ο Νέος μαζί με τον πνευματικό του πατέρα Δανιήλ έφυγαν από το Άγιον Όρος και πήγαν στα νησιά Πάρο, Σίκινο, Φολέγανδρο. Στην Πάρο ο άγιος Αρσένιος παρέμεινε στην Μονή του Αγίου Γεωργίου, όπου έγινε ηγούμενός της. Εκεί έζησε με πολύ χαρισματικό τρόπο, προσείλκυσε και ανέπαυσε πολλές ψυχές από την δυστυχία και την άγνοια που κυριαρχούσε τότε στο νησί.

Αλλες μορφές του 19ου μ.Χ. αιώνα, που ζυμώθηκαν με το πνεύμα των Κολλυβάδων και είχαν την δραστηριότητά τους στην Πελοπόννησο και στην Αθήνα, ήταν οι Κωνσταντίνος Οικονόμος, Κοσμάς Φλαμιάτος, Χριστόφορος Παναγιωτόπουλος (ο λεγόμενος Παπουλάκος), Ιγνάτιος Λαμπρόπουλος, άγιος Νικόλαος ο Πλανάς (βλέπε 2 Μαρτίου).

Επίσης και οι άλλες ορθόδοξες χώρες (Ρουμανία, Ρωσία) δέχτηκαν άμεσα ή έμμεσα, την ευεργετική επίδραση των Κολλυβάδων, όπως φαίνεται από την αναγέννηση του ησυχασμού στις χώρες αυτές. Κύριος μύστης, κατά τον 18ο μ.Χ. αιώνα, για τους συγχρόνους του Ρουμάνους και Ρώσους στην λησμονημένη Πατερική πνευματικότητα ήταν ο όσιος Παΐσιος Βελιτσκόφσκυ (βλέπε 15 Νοεμβρίου) που έζησε για 18 χρόνια στο Άγιον Όρος, στην Καψάλα και στην ιδρυθείσα υπό αυτού Σκήτη του Προφήτου Ηλία. Κατόπιν μετέβη στην Μολδαβία, την σημερινή Ρουμανία και έγινε ο γενάρχης των ασκητικών «Στάρετς», των οσίων εκείνων Ρώσων Γερόντων, οι οποίοι διά της αγίας τους ζωής και των κεχαριτωμένων λόγων τους στήριζαν όχι μόνο τους αγραμμάτους χωρικούς, αλλά και τους μεγαλύτερους διανοούμενους στις χώρες τους.

Το πνεύμα των Κολλυβάδων λειτούργησε κατά τον 19ο μ.Χ. αιώνα ως αντίσωμα, κατά του πνεύματος αλλοιώσεως του ορθοδόξου μοναχισμού που είχαν υιοθετήσει οι Δυτικίζοντες φορείς, πολιτικοί και θεολόγοι, όπως ο Αδαμάντιος Κοραής και ο αρχιμανδρίτης Θεόκλητος Φαρμακίδης.

Αλλά και στην σύγχρονη εποχή μας υποβόσκει ένα αντικολλυβαδικό, αντιπατερικό πνεύμα. Η απειλή εκκοσμικεύσεως της Εκκλησίας μας είναι ένα απτό γεγονός. Πολλοί εισηγούνται να συντομευθούν οι Ακολουθίες, να τελείται στην απλή δημοτική γλώσσα η Θεία Λειτουργία, να περιορισθούν οι νηστείες και οι εορτές, να καταργηθεί το τέμπλο στους ναούς. Πολλοί θεωρούν πλάνη να ασκείται κανείς στην νοερά προσευχή, ή να κάνει κομποσχοίνι, να κοινωνεί συχνά....

Παράλληλα όλο και νέα θεολογικά ρεύματα δημιουργούνται, ενώ κάποια υφίστανται διαρκώς στην ζωή της Εκκλησίας, αλλά στην ουσία παρά την Εκκλησία. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι υπάρχουν κάποιες τάσεις στην θεολογία των ημερών μας, που αντικατοπτρίζουν και έναν αντίστοιχο τρόπο ζωής.

Πρώτη, αυτή των ευσεβιστών, ηθικιστών. Οι άνθρωποι αυτοί που υπήρχαν πάντοτε σε όλες τις εποχές δίνουν βαρύτητα στον τύπο, έχουν μία εξωτερικά ηθική ζωή, αλλά δεν γνωρίζουν ουσιαστικά τί σημαίνει καθαρότητα της καρδίας. Μένουν στον τύπο και δεν εισχωρούν στην ουσία. Νομίζουν ότι η θέωση του ανθρώπου είναι ένα ηθικό γεγονός και όχι μία οντολογική κατάσταση, πραγματική μετοχή του ανθρώπου στις άκτιστες ενέργειες του Θεού.

Στην δεύτερη τάση κατατάσσονται αυτοί που εκφράζουν την λεγόμενη αισθητική θεολογία. Είναι άνθρωποι με υψηλή διανόηση και κουλτούρα· άνθρωποι της τέχνης, της ποίησης, της μουσικής. Θέλουν να συνδέσουν την θεολογία με την τέχνη, ώστε η θεολογία να γίνει η θεραπαινίδα της τέχνης. Δηλαδή η θεολογία της Εκκλησίας μας να γίνει ποιητική, συγγραφική και μουσική. Ας τονίσουμε όμως ότι η Ορθοδοξία και συνεπώς η θεολογία δεν είναι τέχνη και πολιτισμός, αλλά παράγει τέχνη και πολιτισμό. Η οποιαδήποτε τέχνη και η ίδια η ζωή μας πρέπει να συνδέεται με την Εκκλησία και από εκεί να παίρνει «τό ύδωρ το ζών».

Τρίτη τάση είναι αυτή των παραδοσιαρχικών. Αυτοί επικεντρώνουν το ενδιαφέρον τους στον τύπο της Πατερικής παραδόσεως, αλλοιώνουν όμως την ίδια παράδοση στην πράξη. Δεν καταλαβαίνουν την Παράδοση ως οργανική και δυναμική συνέχεια της Εκκλησίας. Ταυτίζουν τον εαυτό τους με το ένδοξο παρελθόν της Παραδόσεως, δεν ζούν όμως αυτήν την Παράδοση. Είναι αυτοί που είναι γνώστες της ορθοδόξου θεολογίας, δεν την εφαρμόζουν όμως στην ζωή τους. Ομιλούν μέν συνέχεια για επιστροφή στις παραδόσεις και τους Πατέρες, δεν έχουν όμως βιώσει την θεία Χάρη, που είχε σκηνώσει στους Πατέρες και τους ενέπνεε σε κάθε λόγο και δραστηριότητά τους. Έτσι αποδεικνύονται κίβδηλοι, ή όπως θα έλεγε ο απόστολος Παύλος «κύμβαλα αλλαλάζοντα».

Στην τέταρτη τάση κατατάσσονται αυτοί που ομιλούν για παροντική θεολογία. Μετατοπίζουν το κέντρο βάρους από την θεολογία στην ανθρωπολογία και την κοινωνιολογία. Αυτοί πρεσβεύουν το τέλος της Πατερικής θεολογίας, και προσπαθούν να ομιλήσουν με νέα θεολογία για τα σύγχρονα προβλήματα της κοινωνίας, τα οποία νομίζουν ότι δεν μπορεί να τα επιλύσει η Πατερική θεολογία. Θεωρούν ότι ο λόγος της Εκκλησίας είναι κλειστός, στατικός και δεν πιστεύουν ότι αυτό που τροφοδοτεί την Εκκλησία είναι τα έσχατα· ότι μόνο με το πρίσμα της εσχατολογίας έχει νόημα και η ιστορία του κόσμου.

Παράλληλα όμως παρατηρείται σε πολλούς τα τελευταία χρόνια μία βαθύτερη γνώση της Πατερικής παραδόσεως, και προπάντων του ησυχασμού ως αυθεντικού, πρακτικού βιώματος. Το βίωμα αυτό, δεν είναι τίποτε άλλο παρά η εφαρμογή του Ευαγγελίου στην εποχή μας, η βίωση της θείας Χάριτος, που εξασφαλίζει στον άνθρωπο την καρποφόρα ένταξή του στο Σώμα της Εκκλησίας με πληρότητα αληθινής ζωής και αναφαίρετης χαράς κατά την κοινωνία του με τα άλλα πρόσωπα. Τότε ο άνθρωπος γίνεται εκκλησιολογική και ευχαριστιακή υπόσταση, αληθινό πρόσωπο κατ’ εικόνα του απολύτου και αιωνίου προσώπου του Χριστού.

Μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι όσοι ανήκουν στις τέσσερις κατηγορίες που αναφέραμε έχουν μία διανοητική σχέση με τον Θεό, επαναπαύονται σε αυτήν και νομίζουν ότι γνωρίζουν τον Θεό. Δεν έχουν όμως επιτύχει την κοινωνία με τον Θεό, που σχετίζεται με την όλη τους ύπαρξη και κυρίως με την νοερά ενέργεια στην καρδιά τους, αλλά ούτε την ουσιαστική κοινωνία με τον συνάνθρωπο. Οι άγιοι Κολλυβάδες Πατέρες μας τόνιζαν ότι το πνευματικό κέντρο του ανθρωπίνου προσώπου είναι η καρδία και όχι ο εγκέφαλος. Εκεί διαδραματίζονται όλα τα μυστήρια του αοράτου πολέμου, της αναγεννήσεώς μας, της ενοικήσεως της θείας Χάριτος. Ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης αναφέρει ότι η καρδία του ανθρώπου είναι κέντρο φυσικό, παραφυσικό και υπερφυσικό. Ο ίδιος ο Χριστός μας αποκαλύπτει ότι η βασιλεία του Θεού «εντός ημών εστιν». Οι Κολλυβάδες επέμεναν στην συχνή θεία Κοινωνία, γιατί γνώριζαν ότι στο ευχαριστιακό Σώμα του Χριστού ενώνεται αρρήτως και αδιαιρέτως η θεία με την ανθρώπινη φύση, βιώνεται το ομοούσιο της ανθρωπότητος, τελεσιουργείται το μυστήριο της θεώσεως.

Οι άνθρωποι που ζούν και προσφέρουν μία φαλκιδευμένη, νοθευμένη Ορθοδοξία, πρέπει να εναρμονισθούν με την ζωογόνο Πατερική παράδοση, που είναι αυτή των Κολλυβάδων του 18ου μ.Χ. αιώνα, των Ησυχαστών του 14ου αιώνα, των Πατέρων της Εκκλησίας μας. Οι Κολλυβάδες γίνονται έτσι και σήμερα πνευματικοί οδηγοί μας για την σωστή συνέχιση της πορείας μας μέσα στην αυθεντική Πατερική παράδοση.

Το πνεύμα των Πατέρων παραμένει πάντοτε το ίδιο. Ανάλογα όμως τις κοινωνικές, πολιτικές, πολιτισμικές συνθήκες κάθε εποχής οι Πατέρες βιώνοντας την θεία Χάρη, την κοινωνία με τον προσωπικό Θεό διατυπώνουν και τις θέσεις τους κατά τον διάλογο με τα φιλοσοφικά, θρησκευτικά και κοινωνικά ρεύματα της εποχής τους. Η διατύπωση των δογμάτων και η ερμηνεία της οδού της μετανοίας διαμορφώνεται κάθε φορά με σύγχρονη και δυναμική ορολογία δίχως να αλλοιώνεται η ουσία του Ευαγγελικού κηρύγματος, που πάντοτε ήταν, «μετανοείτε, ήγγικε η βασιλεία των ουρανών».

Γέροντος Εφραίμ Βατοπαιδινού.


Οσία Καλή
Καλῆς τὶ καλῶν πρωτίστως ἐπαινέσω;
Καλὰ γὰρ ἐν αὐτὴ πολλὰ συνέδραμον.
Κάλλος εἰκάδι δεύτερη καλῶν Καλῆς θέμις ὑμνέειν.

Εἰς τὸ λείψανον τῆς Ἁγίας Καλῆς,
ὑπὸ Μανουὴλ Φιλῆ.
Ὁ πῆχυς οὗτος τῆς Καλῆς τῆς ὀλβίας,
ᾯ τοὺς μίτους ἔνηθε τῆς εὐποιΐας.

Η Οσία Καλή έζησε πριν το 15ο αιώνα μ.Χ. και καταγόταν από την Ανατολή, δηλαδή τη Μικρά Ασία.

Η ακροστιχίδα του Κανόνος της Αγίας μάς πληροφορεί ότι αυτός αποτελεί ποιήμα «τού Κρήτης», δηλαδή κάποιου Αρχιεπισκόπου της Κρήτης. και στα δύο χειρόγραφα που διασώζουν την Ακολουθία της Οσίας δεν αναγράφεται το ορθόν «Τού», αλλά η ερμηνεία του, δηλαδή το όνομα του συγκεκριμένου υμνογράφου «Ανδρέου Κρήτης». Άρα, σύμφωνα με τα χειρόγραφα, ποιητής είναι ο διάσημος για τον Μέγα Κανόνα του, Άγιος Ανδρέας, Αρχιεπίσκοπος Κρήτης. Αν ο υμνογράφος της Ακολουθίας είναι όντως ο Ανδρέας Κρήτης, τότε και η Οσία πρέπει να έζησε τουλάχιστον πριν την κοίμηση του Αγίου, δηλαδή πριν το 740 μ.Χ. Βέβαια, πίσω από την φράση «Τού Κρήτης» μπορεί να κρύβεται κάποιος άλλος Αρχιερεύς της Κρήτης. Γι' αυτό έχει προταθεί ως υμνογράφος της Ακολουθίας της Οσίας ο Νικηφόρος Μοσχόπουλος, Μητροπολίτης Κρήτης και «κατ' επίδοσιν» Μηθύμνης και Πρόεδρος Λακεδαιμονίας. Αυτός έζησε πλησιέστερα στο χρόνο συντάξεως των χειρογράφων (15ος - 16ος αιώνας), δηλαδή το 13ο αιώνα μ.Χ. και στις αρχές του 14ου αιώνος μ.Χ. (Το 1285 μ.Χ. είναι ήδη Μητροπολίτης Κρήτης, ενώ τα τελευταία ίχνη του αναφαίνονται κατά τον Οκτώβριο του 1322 μ.Χ.) και είχε σχέσεις τόσο με τη Λέσβο όσο και με το Σινά. Σ' αυτή την περίπτωση η Οσία θα πρέπει να έζησε το αργότερο μέχρι το πρώτο ήμισυ του 14ου αιώνος μ.Χ.

Η οικογένεια της Οσίας ήταν πλούσια και η περιουσία της διατέθηκε από την Αγία σε έργα φιλανθρωπίας και ευποιίας. Δεν πρέπει να ήταν μοναχή, διότι αυτό δεν αναφέρεται πουθενά στην Ακολουθία και φιλοξενούσε τους άστεγους και ενδεείς στον οίκο της, αφού ήταν αφιερωμένη στη διακονία των ελαχίστων και πασχόντων αδελφών της.

Η Καλή έζησε με σωφροσύνη, παρθενία, άσκηση, νηστείες και αδιάλειπτη προσευχή. Χαρακτηριστικό γνώρισμα του βίου της είναι η φιλανθρωπία. Κίνητρό της ήταν ο πόθος της να τηρεί τις εντολές του Χριστού, να μιμείται τη θεϊκή ευσπλαχνία και φιλανθρωπία και να εκφράζει με κάθε τρόπο την αγάπη της προς τους συνανθρώπους της.

Στην Ακολουθία της αναφέρονται και θαύματα της Αγίας. Κάποια φορά που ζύμωσε ψωμί, για να το μοιράσει στους φτωχούς, ο Θεός έκανε ώστε να μην λιγοστεύει το ψωμί που της απόμενε, όπως στην Παλαιά Διαθήκη δεν ελαττωνόταν το αλεύρι της χήρα στο Σαρεπτά, παρ' όλο που τρεφόταν με αυτό ο Προφήτης Ηλίας, η χήρα και τα παιδιά της.

Αλλά και μετά την κοίμησή της η Αγία συνέχισε αδιάκοπα να ευεργετεί τους ανθρώπους, χαρίζοντας την θεραπεία πιο ασθενείς με τις ικεσίες της προς τον Κύριο. Είναι τόσα πολλά τα θαύματα των ιάσεων, ώστε ο υμνογράφος κάνει λόγο για «πέλαγος θαυμάτων» και την αποκαλεί «θαυματόβρυτον». Θεραπεύει ποικίλα νοσήματα ψυχών και σωμάτων, αλλά κυρίως ασθένειες επώδυνες, χρόνιες και δυσίατες, ρευματισμούς και αρθρίτιδες, παραλύσεις των αρθρώσεων και παραμορφώσεις των μελών του σώματος.

Η μνήμη της Οσίας Καλής αναφέρεται, επίσης, στις 15 Μαΐου, στις 22 Μαΐου και το Σάββατο της Διακαινησίμου.
saint.gr

nissan-tsioris-qashqai.png


 

Πρωτοσέλιδα