Στην ιστορία αυτών που ακολούθησαν τον Χριστό υπήρξαν αρκετές περιπτώσεις ανθρώπων που σε μια στιγμή αδυναμίας λύγισαν:
Η κάμψη του Πέτρου, η πτώση του Ιούδα, η ’’καλή’’ απιστία του Θωμά.
‘’Ούσης οψίας τη ημέρα εκείνη τη μια των Σαββάτων, και των θυρών κεκλεισμένων, όπου ήσαν οι Μαθηταί συνηγμένοι δια τον φόβον των Ιουδαίων, ήλθεν ο Ιησούς και έστη εις το μέσον και λέγει αυτοίς, Ειρήνη υμίν… Θωμάς δε, εις εκ των Δώδεκα, ο λεγόμενος Δίδυμος, ουκ ήν μετ’ αυτών,ότε ήλθεν ο Ιησούς. Έλεγον ουν αυτώ οι άλλοι Μαθηταί. Εωράκαμεν τον Κύριον. Ο δε είπεν αυτοίς. Εάν μη ίδω εν ταις χερσίν αυτού τον τύπον των ήλων ,και βάλω τον δάκτυλον μου εις τον τύπον των ήλων και βάλω την χείρα μου εις την πλευράν αυτού, ου μη πιστεύσω. Και μεθ’ ημέρας οκτώ πάλιν ήσαν έσω οι Μαθηταί αυτού, και Θωμάς μετ’ αυτών. Έρχεται ο Ιησούς, των θυρών κεκλεισμένων και έστη εις το μέσον, και είπεν. Ειρήνη υμίν. Είτα λέγει τω Θωμά. Φέρε τον δάκτυλον σου ώδε, και είδε τας χείρας μου και φέρε την χείρα σου, και βάλε εις την πλευράν μου και μη γίνου άπιστος, αλλά πιστός και απεκρίθη ο Θωμάς και είπεν αυτώ ,ο Κύριος μου και ο Θεός μου…’’
Η κάμψη του Πέτρου ήταν μια έμφαση αδυναμίας, μια συνέπεια της υπερβολικής εμπιστοσύνης στην αφοσίωση του στο Διδάσκαλο.
Η πτώση του Ιούδα είχε αφορμή τη σύγχυση και την φιλαργυρία.
Τον Θωμά τον σταμάτησε η συρροή των τελευταίων θλιβερών γεγονότων και αναζήτησε τον Θεό στα όρια των λογικών αισθήσεων.
Στην απελπισία του Θωμά, έφτασε η απλή παρουσία του Κυρίου για να τον συνεφέρει και να τον αποκαταστήσει στην πρώτη του σχέση και εμπιστοσύνη. Ο Θωμάς είχε αποσυρθεί στη μόνωση για να βρει τον εαυτόν του. Η λύση όμως του προβλήματος που τον απασχολεί δεν πραγματοποιείται στη μοναξιά του, αλλά δια της επιστροφής του στην κοινότητα των Μαθητών. Εκεί ο Ιησούς τον συναντά, και όχι στο μέρος που ήταν απομονωμένος. Έρχεται μέσα στην κοινότητα των Αποστόλων, στην Εκκλησία, για να τον συναντήσει προσωπικά!
Και του λέγει: ’’Φέρε τον δάκτυλον σου εδώ και κοίταξε τα χέρια μου και φέρε και το χέρι σου και βάλε το στην πλευρά μου και μη γίνεσαι άπιστος, αλλά πιστός.’’ Ο Απόστολος Θωμάς αμέσως ανταποκρίνεται στην ‘’προσταγή- παράκληση’’ του Κυρίου και, πριν ακόμη ψηλαφίσει τον Χριστό, ξ ε σ π ά σε ο μ ο λ ο γ ί α πίστεως: ’’Ο Κύριος μου και ο Θεός μου!’’
Ο Απόστολος Θωμάς δεν επισημαίνει απλώς την ταυτότητα του Αναστάντος Κυρίου με τον Ιησού Χριστό, αλλά και αναγνωρίζει την Θεότητα Του. Η αναγνώριση αυτή δεν είναι γενική, αλλά έχει τον χαρακτήρα της προσωπικής σχέσεως και της υπαρξιακής τοποθετήσεως.
‘’Ο Κύριος μου και ο Θεός μου’’, ομολόγησε ο Θωμάς. Και από εκείνη την στιγμή έγινε ο Απόστολος, ο Κήρυκας της Αναστάσεως του Χριστού, ο ομολογητής του ονόματος Του. Αυτός ο Απόστολος Θωμάς, που μαζί με τους άλλους Αγίους Αποστόλους ανέλαβε το έργο του ευαγγελισμού των ανθρώπων.
Μαρία Δημητρακοπούλου
Δημοσιογράφος Ρ.Σ.Ι. Μητροπόλεως Ηλείας








































