Γράφει ο Πάνος Ν. Αβραμόπουλος*
Παγκόσμια μέρα κατά της θανατικής ποινής η 10 Οκτωβρίου και αίφνης ο νούς πηγαίνει στον καθοριστικής σημασίας εκδημοκρατισμό του δικαια-κού μας συστήματος, με την μη εφαρμογή της απο το 1974 – όπότε και περάσαμε στην δημοκρατική ομαλότητα με την κατάρρευση της χούντας – και την κατάργησή της με νόμο απο το 1994 και συνταγματική επιταγή απο το 2001.
Η εκτέλεση της θανατικής ποινής απο την πολιτεία, ως καταδικαστικό μέτρο, υπήρξε ευθεία προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, αλλά και κραυγαλέα έκφραση κοινωνικού πρωτογονισμού. Μια κοινωνία οφείλει με δημοκρατικό ήθος να σωφρονίζει όσους υπέπεσαν σε σοβαρά ποινικά αδικήματα – με το μέτρο της φυλακίσεως - αλλά όχι να ΕΚΔΙΚΕΙΤΑΙ με το ειδεχθές μέτρο της θανατικής ποινής – που παραπέμπει σε κοινωνίες χωρίς πολιτισμική συγκρότηση και δίχως υγιή κοινωνικά ανακλαστικά.
Για την ιστορία αναφέρουμε ότι στην πατρίδα μας την Ελλάδα, ο τελευταίος θανατοποινίτης που εκτελέστηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης στις 25 Αυγούστου του 1972, ήταν ο Βασίλης Λυμπέρης, ο οποίος είχε κάψει την γυναίκα του Βασιλική Λυμπέρη, την πεθερά του Αντιγόνη Μάρκου και τα δυο ανήλικα παιδιά του. Αλλά και αυτός ο ειδεχθής δολοφόνος που πάγωσε το πανελλήνιο με τα εγκλήματά του, συγκίνησε λίγο αργότερα την κοινωνία, όταν μέσα απο το σαλεμένο μυαλό του, θα γράψει στην μητέρα του «Αγαπημένη μου μητέρα,σε πίκρανα και σε γέμισα πόνο και θλίψη, καθώς και τον πατέρα και τα αδέρφια [...] μην ξεχνάς ομως μητέρα, ότι ο Θεός επιτρέπει τον πόνο και την θλίψιν, χαρίζει όμως και υπόσχεται ελπίδα και υπομονή. Υπομονή, λοιπόν, μητέρα και θα δοξάσουμε όλοι τον Θεό μια μέρα». Είναι οι ευαίσθητες χορδές του ίδιου ανθρώπου που διέπραξε τα στυγερά εγκλήματά και για τον οποίο αισθάνθηκε κατόπιν συμπάθεια η κοινωνία, για την τραγικότητά του. Ο στυγερός θύτης, είχε αίφνης γίνει θύμα, της ηθικής