23 Σεπτεμβρίου - Άγιος Ιωάννης Πρόδρομος και Βαπτιστής (Σύλληψη), Όσιος Τύχων ο Ιερομόναχος ο Αγιορείτης, ο εν τω Κελλίω του Τιμίου Σταυρού ασκήσας, Άγιος Νικόλαος ο παντοπώλης ο Νεομάρτυρας από το Καρπενήσι, Άγιος Ανδρέας, Άγιος Ιωάννης με τα δύο παιδιά του Πέτρο και Αντώνιο, Αγία Ραΐς η παρθένος, Οσίες Ξανθίππη και Πολυξένη, Άγιος Ιωάννης ο Νεομάρτυρας ο εξ Αγαρηνών, Άγιος Γρηγόριος Μητροπολίτης Άργους και Άγιος Adamnan

Άγιος Ιωάννης Πρόδρομος και Βαπτιστής (Σύλληψη)


Ἀνδρὶ Προφήτῃ χρησμὸς ἐξ Ἀρχαγγέλου,
Τεκεῖν προφήτην, καὶ Προφήτου τι πλέον.
Εἰκάδῃ τῇ τριτάτῃ γαστὴρ λαβὲ Πρόδρομον εἴσω.

Βιογραφία
Έτσι προφήτευσε ο προφήτης Ησαΐας για τον Πρόδρομο του Κυρίου, Ιωάννη: «Φωνὴ βοῶντος ἐν τὴ ἐρήμω, ἑτοιμάσατε τὴν ὁδὸν Κυρίου, εὐθείας ποιεῖτε τᾶς τρίβους αὐτοῦ». (Ησαΐας μ', 3). Δηλαδή, φωνή ανθρώπου, που φωνάζει στην έρημο και λέει: «Ετοιμάστε το δρόμο, απ’ όπου θα έλθει ο Κύριος σε σας. Κάνετε ίσιους και ομαλούς τους δρόμους, από τους οποίους θα περάσει». Ξεριζώστε, δηλαδή, από τις ψυχές σας τα αγκάθια των αμαρτωλών παθών και ρίξτε μακριά τα λιθάρια του εγωισμού και της πώρωσης και καθαρίστε με μετάνοια το εσωτερικό σας, για να δεχθεί τον Κύριο. Η φωνή αυτή, που ήταν ο Ιωάννης, γεννήθηκε με θαυμαστό τρόπο. Ο Πατέρας του Ζαχαρίας ήταν Ιερέας. Την ώρα του θυμιάματος μέσα στο θυσιαστήριο, είδε άγγελο Κυρίου, που του ανήγγειλε, ότι θα αποκτούσε γιο και θα ονομαζόταν Ιωάννης. Ο Ζαχαρίας σκίρτησε από χαρά, αλλά δυσπίστησε. Η γυναίκα του ήταν στείρα και γριά, πώς θα γινόταν αυτό που άκουγε; Τότε ο άγγελος του είπε ότι για να τιμωρηθεί η δυσπιστία του, μέχρι να πραγματοποιηθεί η βουλή του Θεού, αυτός θα έμενε κωφάλαλος. Πράγματι, η Ελισάβετ συνέλαβε, και μετά εννιά μήνες έκανε γιο. Μετά οκτώ ήμερες, στην περιτομή του παιδιού, οι συγγενείς θέλησαν να του δώσουν το όνομα του πατέρα του, Ζαχαρία. Όμως, ο Ζαχαρίας, έγραψε επάνω σε πινακίδιο το όνομα Ιωάννης. Αμέσως δε, λύθηκε η γλώσσα του, και η χαρά για όλους ήταν μεγάλη.

 Όσιος Τύχων ο Ιερομόναχος ο Αγιορείτης, ο εν τω Κελλίω του Τιμίου Σταυρού ασκήσας



Ὦ Τύχων γλυκύ, γλυκέος Παραδείσου,
τυχεῖν καὶ ἡμᾶς ἀξίωσον εὐχαῖς σου.

Ὡς ἄγγελος Θεοῦ ὁ Τύχων πρὸς πόλον ἤρθη.

Ὡς ἁπλοῦς καὶ ταπεινὸς Ὑψίστου δόξης
ἠξιώθης, Τύχων, πολιστὰ ἐρήμου.

Ο Όσιος Τύχων ο Αγιορείτης, γνωστός στην αγιορείτικη παράδοση και ως παπα-Τύχων ο Ρώσος, υπήρξε μία από τις χαρακτηριστικότερες ασκητικές μορφές του Αγίου Όρους κατά τον 20ό μ.Χ. αιώνα. Ρώσος στην καταγωγή, αφιέρωσε σχεδόν ολόκληρη την ενήλικη ζωή του στο Περιβόλι της Παναγίας, όπου έζησε με αυστηρότητα, ακτημοσύνη, αδιάλειπτη προσευχή, πολλή μετάνοια και βαθιά ταπείνωση. Το όνομά του συνδέθηκε ιδιαίτερα με τον Όσιο Παΐσιο τον Αγιορείτη (βλέπε 12 Ιουλίου), του οποίου υπήρξε Γέροντας και πνευματικός πατέρας. Ο ίδιος ο Όσιος Παΐσιος, πολλά χρόνια μετά την κοίμηση του Γέροντά του, συνέγραψε τον βίο του (βλέπε εδώ) και διέσωσε έτσι πλήθος λεπτομερειών για την προσωπικότητα και την πνευματική του πολιτεία.

Ο κατά κόσμον Τιμόθεος Γκολεγκώφ γεννήθηκε το 1884 μ.Χ. στη Νόβαγια Μιχαλόσκα της Ρωσίας, από ευσεβείς γονείς, τον Παύλο και την Ελένη. Από τα παιδικά του χρόνια είχε ιδιαίτερη κλίση προς την Εκκλησία και έντονο πόθο για την αφιερωμένη ζωή. Οι γονείς του, βλέποντας την επιθυμία του να γίνει μοναχός, δεν θέλησαν να τον αφήσουν αμέσως να εγκαταλείψει τον κόσμο, αλλά προτίμησαν να τον δοκιμάσουν και να τον αφήσουν να γνωρίσει πρώτα τη ζωή των μοναστηριών.

Όταν έφθασε περίπου στην ηλικία των δεκαεπτά ετών, του έδωσαν την ευλογία να αρχίσει να επισκέπτεται μοναστήρια. Σύμφωνα με τη διήγηση του Οσίου Παϊσίου, ο νεαρός Τιμόθεος περιόδευσε σε περίπου διακόσια μοναστήρια της Ρωσίας, γνωρίζοντας από κοντά την άσκηση, την προσευχή και τη ζωή των μοναχών. Η περιπλάνησή του αυτή δεν ήταν τουριστικό προσκύνημα, αλλά μια βαθύτερη αναζήτηση του τόπου και του τρόπου με τον οποίο θα αφιέρωνε τη ζωή του στον Θεό. Προτιμούσε την οδοιπορία, την απλότητα και την αποφυγή των ανέσεων, ενώ ήδη από εκείνα τα χρόνια διακρινόταν η διάθεσή του να ζήσει όσο το δυνατόν πιο ελεύθερος από τις υλικές μέριμνες.

Μετά τα προσκυνήματα στα μοναστήρια της Ρωσίας, ο Τιμόθεος ταξίδεψε στο Σινά και στη συνέχεια στους Αγίους Τόπους. Η πορεία αυτή διεύρυνε ακόμη περισσότερο τον ορίζοντά του και ενίσχυσε μέσα του την επιθυμία για μία ζωή αφιερωμένη στην ησυχία και την προσευχή. Τελικά, η αναζήτησή του τον οδήγησε στο Άγιον Όρος, όπου έφθασε το 1909 μ.Χ. και όπου έμελλε να παραμείνει σχεδόν μέχρι το τέλος της ζωής του.

Αρχικά εγκαταστάθηκε στο Κελλί του Μπουραζερίου, όπου παρέμεινε περίπου πέντε χρόνια. Η περιοχή εκείνη είχε περισσότερη κίνηση και δεχόταν πολλούς επισκέπτες, κάτι που δεν ταίριαζε στον χαρακτήρα και στην αναζήτηση του Τιμοθέου. Εκείνος επιθυμούσε περισσότερο από οτιδήποτε άλλο να αποσυρθεί από τις συναναστροφές και να αφιερωθεί απερίσπαστος στην προσευχή.

Για τον λόγο αυτό πήρε ευλογία και αναχώρησε για τα Καρούλια, μία από τις πιο δύσβατες και αυστηρά ασκητικές περιοχές του Αγίου Όρους. Η μετακίνησή του εκεί σηματοδότησε μία ακόμη πιο αποφασιστική στροφή προς την ερημητική άσκηση.

Στα Καρούλια έζησε περίπου δεκαπέντε χρόνια, μέσα σε συνθήκες μεγάλης σωματικής κακοπάθειας και απομόνωσης. Εκεί έγινε μοναχός, το 1912 μ.Χ., και επιδόθηκε με ακόμη μεγαλύτερο ζήλο στη νηστεία, στις μετάνοιες, στην προσευχή και στην καταπολέμηση των παθών. Για τον ίδιο, η άσκηση δεν αποτελούσε αυτοσκοπό, αλλά μέσο για να καθαριστεί η καρδιά και να αφιερωθεί ολοκληρωτικά στον Θεό.

Ο Όσιος Παΐσιος, αναφερόμενος στην περίοδο αυτή, περιγράφει έναν άνθρωπο που δεν αρκούνταν στο εξωτερικό μοναχικό σχήμα, αλλά επιδίωκε να γίνει και εσωτερικά «Άγγελος». Η φράση αυτή αποδίδει με χαρακτηριστικό τρόπο το ήθος του παπα-Τύχωνα: δεν τον ενδιέφερε η εξωτερική εικόνα της ασκητικής ζωής, αλλά η πραγματική μεταμόρφωση του εσωτερικού ανθρώπου.

Η ζωή στα Καρούλια ήταν εξαιρετικά λιτή. Ζούσε με ελάχιστα και προσπαθούσε να περιορίζει στο ελάχιστο τις ανάγκες του. Η ακτημοσύνη και η απουσία κοσμικών επιδιώξεων έγιναν σταδιακά βασικό γνώρισμα της ζωής του.

Μετά τα χρόνια της σκληρής ασκήσεως στα Καρούλια, ο Τύχων εγκαταστάθηκε στην Καψάλα, στην περιοχή πάνω από την Καλιάγρα, όπου βρήκε έναν τόπο καταλληλότερο για μόνιμη εγκατάσταση. Εκεί εγκαταστάθηκε στο Σταυρονικητιανό Κελλί του Τιμίου Σταυρού, το οποίο θα γινόταν ο τόπος της μακροχρόνιας ασκήσεώς του και το επίκεντρο της πνευματικής του παρουσίας.

Όταν έφθασε στο Κελλί, γηροκόμησε έναν ηλικιωμένο Γέροντα που ζούσε εκεί. Μετά την κοίμησή του παρέμεινε μόνος και συνέχισε με ακόμη μεγαλύτερη αφοσίωση την ασκητική του ζωή. Η Καψάλα έγινε για εκείνον τόπος προσευχής, ησυχίας και υποδοχής ανθρώπων που έρχονταν για εξομολόγηση, συμβουλή και παρηγοριά.

Παρότι αγαπούσε βαθιά την ερημική ζωή, δεν απέκλεισε ποτέ εκείνους που αναζητούσαν πνευματική βοήθεια. Με τον καιρό έγινε γνωστός ως άνθρωπος προσευχής και ως έμπειρος πνευματικός, χωρίς ο ίδιος να επιδιώξει ποτέ τη φήμη ή την αναγνώριση.

Άνθρωποι που είχαν γνωρίσει την πνευματική του κατάσταση τον παρακίνησαν να δεχθεί την ιερωσύνη, ώστε να μπορεί να διακονεί περισσότερο τους ανθρώπους μέσω των Μυστηρίων. Ο Τύχων χειροτονήθηκε διάκονος και στη συνέχεια πρεσβύτερος και έκτοτε έγινε γνωστός ως παπα-Τύχων.

Η χειροτονία δεν άλλαξε τον ασκητικό τρόπο της ζωής του. Αντίθετα, η Θεία Λειτουργία, η εξομολόγηση και η προσευχή έλαβαν ακόμη πιο κεντρική θέση. Ο ίδιος αντιμετώπιζε την ιερωσύνη όχι ως τιμή, αλλά ως διακονία και ευθύνη απέναντι στον Θεό και στους ανθρώπους.

Η Θεία Λειτουργία ήταν για εκείνον το κέντρο της ημέρας και η κορυφαία στιγμή της πνευματικής του ζωής. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες του Οσίου Παϊσίου, τη ζούσε με τέτοια εσωτερική συγκέντρωση, ώστε δεν ήθελε να διασπάται η προσοχή του από οτιδήποτε εξωτερικό. Η λειτουργική του ζωή αποτελούσε συνέχεια της προσωπικής του προσευχής και της εσωτερικής του κοινωνίας με τον Θεό.

Ο παπα-Τύχων έζησε με εξαιρετική φτώχεια και ακτημοσύνη. Το Κελλί του είχε τα απολύτως αναγκαία και ο ίδιος δεν ενδιαφερόταν για την προσωπική του άνεση. Δεν επιδίωκε να συγκεντρώνει χρήματα ή αγαθά, ενώ όσα του προσέφεραν συχνά τα διοχέτευε σε ανάγκες του Κελλιού ή σε ανθρώπους που είχαν ανάγκη.

Η ακτημοσύνη του δεν ήταν αποτέλεσμα αναγκαστικής στέρησης, αλλά συνειδητή επιλογή. Είχε καταλάβει ότι η προσκόλληση στα υλικά αγαθά μπορεί να γίνει εμπόδιο στην πνευματική ζωή και γι' αυτό προσπαθούσε να κρατά τον εαυτό του ελεύθερο από περιττές επιθυμίες. Η ζωή του ήταν μία διαρκής προσπάθεια να περιορίζεται στα αναγκαία και να στρέφεται προς τα ουσιώδη.

Παρά την αυστηρότητα της άσκησής του, ο χαρακτήρας του είχε μεγάλη πραότητα και παιδική απλότητα. Δεν αγαπούσε τα περίπλοκα λόγια και τις θεωρητικές συζητήσεις. Μιλούσε απλά, με μικρές εικόνες και παραδείγματα, και οι συμβουλές του είχαν συχνά τη μορφή πολύ σύντομων φράσεων που έκρυβαν όμως βαθιά εμπειρία.

Η προσευχή αποτελούσε την καρδιά της ζωής του. Ο παπα-Τύχων αγαπούσε ιδιαίτερα την ευχή, την επίκληση του ονόματος του Κυρίου Ιησού Χριστού, και προσπαθούσε να διατηρεί τον νου του στραμμένο προς τον Θεό τόσο κατά τις ακολουθίες όσο και στις καθημερινές του εργασίες.

Ιδιαίτερη θέση στη διδασκαλία του κατείχε το Άγιο Πνεύμα. Έλεγε χαρακτηριστικά ότι «το Άγιο Πνεύμα είναι ο νοικοκύρης», θέλοντας να τονίσει ότι ο άνθρωπος δεν πρέπει να εμπιστεύεται μόνο τη δική του κρίση, αλλά να ζητά πάντοτε τον φωτισμό του Θεού. Για τον παπα-Τύχωνα η πνευματική καθοδήγηση δεν ήταν ανθρώπινη τεχνική, αλλά καρπός προσευχής και φωτισμού.

Η ίδια στάση διακρινόταν και στην εξομολόγηση. Δεν παρουσιάζε τον εαυτό του ως άνθρωπο που βρίσκεται έξω από τον πνευματικό αγώνα, αλλά ως αμαρτωλό που και ο ίδιος έχει ανάγκη από το έλεος του Θεού. Ζητούσε από εκείνους που εξομολογούνταν κοντά του να κάνουν προσευχή και για τον ίδιο, εκφράζοντας έτσι με έμπρακτο τρόπο τη μεγάλη του ταπείνωση.

Μία από τις χαρακτηριστικότερες φράσεις του παπα-Τύχωνα ήταν το «Δόξα σοι ὁ Θεός». Δεν επρόκειτο απλώς για μία ευσεβή έκφραση, αλλά για έναν τρόπο ζωής. Στις χαρές, στις δοκιμασίες, στις στερήσεις και στις απρόβλεπτες δυσκολίες, ο Γέροντας προσπαθούσε να διατηρεί την ίδια στάση εμπιστοσύνης στην πρόνοια του Θεού.

Η ευχαριστία αποτελούσε γι' αυτόν μορφή πνευματικής ελευθερίας. Δεν έβλεπε τον Θεό μόνο μέσα από τις ευχάριστες περιστάσεις, αλλά προσπαθούσε να Τον εμπιστεύεται ακόμη και όταν δεν καταλάβαινε τον λόγο των δοκιμασιών. Γι' αυτό και η φράση «Δόξα σοι ὁ Θεός» έβγαινε από το στόμα του σε κάθε περίσταση.

Ο Όσιος Παΐσιος μιλά για τη μεγάλη κατάνυξη του Γέροντά του και για τα πολλά δάκρυα που έχυνε κατά την προσευχή. Η προσευχή του δεν ήταν ψυχρή ή τυπική, αλλά βαθιά βιωματική και γεμάτη συγκίνηση. Τα δάκρυα, η σιωπή και η μετάνοια αποτελούσαν αναπόσπαστα στοιχεία της πνευματικής του ζωής.

Η κατάνυξη αυτή συνδεόταν με τη σταθερή αίσθηση της παρουσίας του Θεού και με τη συνειδητοποίηση της ανθρώπινης αδυναμίας. Ο παπα-Τύχων δεν προσπαθούσε να αποκτήσει πνευματικές εμπειρίες ως αυτοσκοπό, αλλά να γίνει περισσότερο ταπεινός και να ζήσει μέσα στη μετάνοια και την αγάπη του Χριστού.

Η γνωριμία του παπα-Τύχωνα με τον νεαρό τότε Αρσένιο Εζνεπίδη, τον μετέπειτα Όσιο Παΐσιο, υπήρξε καθοριστική και για τους δύο. Ο Αρσένιος συνδέθηκε πνευματικά μαζί του και έγινε υποτακτικός του, ενώ ο παπα-Τύχων ανέλαβε να τον καθοδηγήσει στον μοναχικό και πνευματικό αγώνα.

Ο Παΐσιος έβλεπε στον Γέροντά του έναν άνθρωπο μεγάλης πνευματικής πείρας και δεν έπαψε ποτέ να τον θεωρεί πνευματικό του πατέρα. Η σχέση τους βασιζόταν στην υπακοή, στην εμπιστοσύνη και στην αγάπη, αλλά επίσης και σε μία βαθιά αμοιβαία πνευματική επικοινωνία. Ο Παΐσιος δεν διδάχθηκε μόνο από τα λόγια του παπα-Τύχωνα, αλλά κυρίως από το ίδιο το παράδειγμα της ζωής του.

Η επιρροή αυτή αποτυπώθηκε αργότερα και στον τρόπο με τον οποίο ο Όσιος Παΐσιος μιλούσε για τον Γέροντά του. Πολλές φορές αναφερόταν στην απλότητα, στην προσευχή, στην ακτημοσύνη και στην εμπιστοσύνη του παπα-Τύχωνα στον Θεό, παρουσιάζοντας τη ζωή του ως ζωντανό παράδειγμα ασκητικού φρονήματος.

Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι ο ίδιος ο Όσιος Παΐσιος συνέγραψε, το 1977 μ.Χ., τον βίο του παπα-Τύχωνα. Το κείμενο αποτελεί μία από τις κυριότερες πηγές για τη ζωή του, επειδή προέρχεται από άνθρωπο που τον γνώρισε από κοντά και έζησε μαζί του ως υποτακτικός.

Ο Παΐσιος καταγράφει εκεί περιστατικά από την καθημερινή ζωή του Γέροντά του, τις συνήθειές του, τις ασκήσεις του, την προσευχή του και τη συμπεριφορά του απέναντι στους ανθρώπους. Στο τέλος του κειμένου υπογράφει ως «Μοναχός Παΐσιος». Το γεγονός ότι αισθάνθηκε την ανάγκη να διασώσει γραπτώς τη μνήμη του Γέροντά του φανερώνει πόσο σημαντική υπήρξε για τον ίδιο αυτή η πνευματική σχέση.

Παρά την ερημητική του ζωή, ο παπα-Τύχων δεν ήταν κλεισμένος στον εαυτό του. Άνθρωποι έρχονταν κοντά του για να εξομολογηθούν, να ζητήσουν συμβουλή ή απλώς να πάρουν μία ευχή. Η απάντησή του απέναντί τους ήταν συνήθως απλή και γεμάτη πατρική στοργή.

Χαρακτηριστική είναι η παράδοση σχετικά με έναν άνθρωπο που επιχείρησε να τον κλέψει. Ο παπα-Τύχων δεν αντέδρασε με οργή ούτε διατήρησε μνησικακία απέναντί του. Αντίθετα, η στάση του ήταν συγχωρητική και ειρηνική, επιβεβαιώνοντας στην πράξη τη διδασκαλία του Ευαγγελίου ότι ο χριστιανός καλείται να συγχωρεί εκείνον που τον αδικεί.

Για τον ίδιο, η συγχώρηση δεν ήταν μία θεωρητική αρετή. Ήταν απαραίτητη προϋπόθεση για να διατηρεί η καρδιά ειρήνη και κοινωνία με τον Θεό.

Η Θεία Λειτουργία κατείχε κεντρική θέση στη ζωή του. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες που διασώζει ο Όσιος Παΐσιος, ο παπα-Τύχων τη ζούσε με τέτοια εσωτερική ένταση, ώστε προτιμούσε να τελείται με απόλυτη ησυχία και συγκέντρωση. Ο μικρός ναός του Κελλιού του Τιμίου Σταυρού ήταν για εκείνον τόπος ιδιαίτερης προσευχής και κοινωνίας με τον Θεό.

Στα γεράματά του, όταν οι σωματικές του δυνάμεις είχαν περιοριστεί αισθητά, η καθημερινή Θεία Κοινωνία εξακολούθησε να αποτελεί βασικό στοιχείο της ζωής του. Η εξωτερική αδυναμία δεν τον εμπόδισε να διατηρεί την ίδια εσωτερική προσήλωση στην προσευχή και στη λατρευτική ζωή της Εκκλησίας.

Κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής του ο παπα-Τύχων είχε εξασθενήσει σημαντικά. Παρά τις σωματικές του αδυναμίες, δεν εγκατέλειψε την προσευχή και την άσκηση, αλλά συνέχισε μέχρι τέλους, όσο του επέτρεπαν οι δυνάμεις του, τον ίδιο δρόμο που είχε ακολουθήσει σε όλη του τη ζωή.

Κοντά του κατά την τελευταία περίοδο βρισκόταν ο Όσιος Παΐσιος, ο οποίος τον φρόντιζε και παρακολουθούσε από κοντά την πορεία προς την έξοδό του από τον παρόντα κόσμο. Για τον Παΐσιο οι τελευταίες εκείνες ημέρες υπήρξαν μία από τις πιο συγκλονιστικές εμπειρίες της ζωής του, καθώς έβλεπε τον Γέροντά του να ετοιμάζεται για τον θάνατο με ειρήνη και εμπιστοσύνη στον Θεό.

Ο παπα-Τύχων εκοιμήθη στις 23 Σεπτεμβρίου 1968 μ.Χ., στο Κελλί του Τιμίου Σταυρού στην Καψάλα. Ο Όσιος Παΐσιος βρισκόταν κοντά του και συμμετείχε στη φροντίδα του μέχρι το τέλος, ενώ στη συνέχεια συμμετείχε και στην ταφή του Γέροντά του.

Μετά την κοίμηση του παπα-Τύχωνα, η μνήμη του διατηρήθηκε ιδιαίτερα μέσα από τον Όσιο Παΐσιο. Ο Παΐσιος συνέχισε να αναφέρεται στον Γέροντά του με βαθύ σεβασμό και να μεταφέρει σε άλλους όσα είχε διδαχθεί από τη ζωή και το παράδειγμά του. Με αυτόν τον τρόπο η μορφή του παπα-Τύχωνα πέρασε από τη στενή αγιορείτικη κοινότητα σε έναν πολύ ευρύτερο κύκλο ανθρώπων.

Ιδιαίτερα γνωστή είναι και η διήγηση του Οσίου Παϊσίου για ένα περιστατικό που, σύμφωνα με την προσωπική του μαρτυρία, συνέβη περίπου τρία χρόνια μετά την κοίμηση του Γέροντά του. Ο Παΐσιος αναφέρει ότι στις 10 Σεπτεμβρίου 1971 μ.Χ., κατά την ώρα της προσευχής, είδε μπροστά του τον παπα-Τύχωνα. Η εμπειρία αυτή καταγράφεται ως προσωπική πνευματική μαρτυρία του Οσίου Παϊσίου και ανήκει στο πλαίσιο της αγιορείτικης παράδοσης που περιβάλλει τη μνήμη του παπα-Τύχωνα.

Η ζωή του Οσίου Τύχωνα δεν χαρακτηρίστηκε από συγγραφική παραγωγή ή δημόσια δράση. Η παρακαταθήκη του βρίσκεται κυρίως στον τρόπο με τον οποίο έζησε: στην ακτημοσύνη, στη σιωπή, στην αδιάλειπτη προσευχή, στη μετάνοια, στην παιδική απλότητα, στη συγχώρηση και στην απόλυτη εμπιστοσύνη στην πρόνοια του Θεού.

Ο ίδιος δεν επιδίωξε να γίνει γνωστός και δεν προσπάθησε να δημιουργήσει γύρω από το πρόσωπό του κάποιον κύκλο θαυμαστών. Έζησε κρυμμένος στην Καψάλα και αρκέστηκε στη διακονία όσων έρχονταν κοντά του. Η ζωή του έγινε γνωστή κυρίως επειδή την έζησε και τη διέσωσε ένας άνθρωπος που ο ίδιος θεωρούσε πνευματικό του πατέρα: ο Όσιος Παΐσιος.

Έτσι η πνευματική πορεία του παπα-Τύχωνα συνδέθηκε με έναν ιδιαίτερο τρόπο με την ιστορία της σύγχρονης αγιορείτικης παράδοσης. Ένας Ρώσος μοναχός ήρθε στο Άγιον Όρος στις αρχές του 20ού αιώνα, έζησε ως ασκητής στα Καρούλια και στην Καψάλα, έγινε ιερομόναχος και πνευματικός, και τελικά συνδέθηκε στενά με τη διαμόρφωση της πνευματικής ζωής του Οσίου Παϊσίου.

Στις 11 Φεβρουαρίου 2026 μ.Χ., η Αγία και Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου, υπό την προεδρία του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου, αποφάσισε ομοφώνως την κατάταξη στο Αγιολόγιο της Εκκλησίας του Αγιορείτη Ιερομονάχου Τύχωνος.

Στη συνέχεια, στις 29 Αυγούστου 2026 μ.Χ., το Οικουμενικό Πατριαρχείο ανακοίνωσε την τέλεση των σχετικών τελετών αγιοκατατάξεως και την υπογραφή των Πατριαρχικών και Συνοδικών Πράξεων, με τις οποίες ολοκληρώθηκε και τυπικά η διαδικασία της εγγραφής του στο Αγιολόγιο.

Άγιος Νικόλαος ο παντοπώλης ο Νεομάρτυρας από το Καρπενήσι
O Nικόλαος πάντα πωλήσας κάτω,
Eξηγόρασε Xριστόν άνω εκ ξίφους.

«....Εγώ χριστιανός είμαι και τον Χριστό μου πιστεύω για αληθινό Θεό. Οι τιμές και τα οφίκια που μου τάζεις, δεν μου χρειάζονται. Εγώ τον Χριστό μου δεν αρνούμαι, τον Χριστό πιστεύω, για το όνομα του θα πεθάνω, Τούρκος δεν γίνομαι». Αυτή ήταν η δυναμική απάντηση του νεαρού Νικολάου στον κριτή, όταν με πλεκτάνη προσπάθησαν να τον εξισλαμίσουν.

Ο Νικόλαος γεννήθηκε στο Καρπενήσι από γονείς ευσεβείς (ανήκε, κατά παράδοσιν σωζομένην προφορικώς μέχρι σήμερα, στην οικογένεια Καρανίκα), που φρόντισαν και για τη δική του ευσέβεια και μόρφωση. Σε ηλικία 15 χρονών βρίσκεται στην Κωνσταντινούπολη, υπηρετώντας στο παντοπωλείο του πατέρα του, στο Ταχτά Καλέ. Κάποιος κουρέας Τούρκος όμως, που του μάθαινε την Τούρκικη γλώσσα, του έδωσε να διαβάσει την Τούρκικη ομολογία πίστης, μπροστά σε μάρτυρες, χωρίς ο Νικόλαος να γνωρίζει τίποτα. Όταν του είπαν ότι γίνεται Τούρκος, ο Νικόλαος αμέσως ομολόγησε την πίστη του στον Χριστό. Η δυναμική απάντηση που έδωσε στον κριτή, έκανε τους Τούρκους να τον βασανίσουν μέσα στη φυλακή με τον πιο άγριο τρόπο. Παρ' όλα αυτά όμως, ο Νικόλαος έμεινε ακλόνητος στην πίστη του. Έτσι, τη Δευτέρα 23 Σεπτεμβρίου 1672 μ.Χ. τον αποκεφάλισαν. Ήταν 15 χρονών.

Το λείψανο του ενταφιάστηκε στο Μοναστήρι της Παναγίας Χάλκης. Αργότερα η κάρα του Αγίου, μεταφέρθηκε στην Ιερά Μονή Ξηροποτάμου του Άγιου Όρους.

Σπουδαίες πληροφορίες για το μαρτύριο του νεαρού Αγίου έδωσε ο τότε γραμματέας της Γαλλικής πρεσβείας στην Κωνσταντινούπολη, ο οποίος είχε εντυπωσιασθεί από το σθένος και την πίστη του Νικολάου.

Άγιος Ανδρέας
Ὑπὲρ νυγέντος πρὶν μιᾷ λόγχῃ Λόγου,
Λόγχαις νυγείς, ἤνεγκε διτταῖς Ἀνδρέας.

Ο Άγιος Ανδρέας έζησε στα χρόνια του βασιλιά Βασιλείου του Μακεδόνα (867 μ.Χ.) και ήταν γέρων στην ηλικία. Συνελήφθη από τους Αγαρηνούς, οι όποιοι εκείνη την εποχή εξουσίαζαν όλη την Αφρική και είχαν φτάσει μέχρι τη Σικελία. Τον οδήγησαν μπροστά στον θηριώδη άρχοντα τους Αθραχίμ, στον όποιο μπροστά ο Άγιος ομολόγησε τον Χριστό με περίσσια τόλμη. Τότε ο άρχοντας αυτός τον φυλάκισε για πολλά χρόνια και επειδή έβλεπε ότι ο Ανδρέας επέμενε στην πίστη του, τον έβαλε μπροστά του σαν στόχο και καλπάζοντας το άλογο του τον χτύπησε θανάσιμα με το κοντάρι του. Κατόπιν τον αποκεφάλισε και έτσι ο Ανδρέας έλαβε ένδοξα το αμάραντο στεφάνι του μαρτυρίου.

Άγιος Ιωάννης με τα δύο παιδιά του Πέτρο και Αντώνιο
Εις τον Ιωάννην
Ἔχθραν πλάνῃ θείς, καὶ σφαγείς, Ἰωάννης,
Σφάττει τὸν ἐχθρόν, καὶ σὺν αὐτῷ τὴν πλάνην.

Εις τον Πέτρον και Αντώνιον
Ἀντώνιος καὶ Πέτρος, ὡς στερραὶ πέτραι,
Πρὸς τάς μεληδὸν ἐκκοπὰς ἐκαρτέρουν.

Οι Άγιοι Ιωάννης με τα δύο παιδιά του Πέτρο και Αντώνιο (ή Αντωνίνο) κατάγονταν από τις Συρακούσες της Σικελίας και υπήρξαν στα χρόνια του βασιλιά Βασιλείου του Μακεδόνα (867 μ.Χ.). Όταν κατέλαβαν την Σικελία οι Αγαρηνοί, τον Ιωάννη με τους γιους του πήραν αιχμάλωτους και τους μόρφωσαν σύμφωνα με τη δική τους θρησκεία. Όταν μεγάλωσαν όμως, δεν ξέχασαν τη θρησκεία που τους είχε διδάξει ο πατέρας τους και έτσι λάτρευαν κρυφά τον έναν και αληθινό Θεό. Όταν το έμαθε αυτό ο θηριώδης αρχηγός των Αγαρηνών Αβραχίμ, εξαγριωμένος, επειδή τους είχε δώσει και μεγάλα αξιώματα, τους συνέλαβε και τους βασάνισε με τον πιο βάρβαρο και φρικτό τρόπο. Τελικά αφού τους έκοψε όλα τα μέλη του σώματος τους, τα δύο παιδιά παρέδωσαν την αγία ψυχή τους στον Θεό. Ο δε πατέρας τους, παρέδωσε και αυτός ένδοξα την ψυχή του στον Θεό, αφού ο βάρβαρος Αβραχίμ, έχωσε στο λαρύγγι του το ξίφος.

 

Αγία Ραΐς η παρθένος

 Ποθοῦσα κάλλος ἡ Ῥαῒς Θεοῦ βλέπειν,
Σαρκὸς τὸ κάλλος ἐκδίδωσι τῷ ξίφει.

Η Αγία Ραΐς καταγόταν από την πόλη Βάταν (ή Τάμαν) της Αιγύπτου και ήταν θυγατέρα κάποιου Πέτρου και από 12χρονών έγινε μοναχή.

Όταν κάποτε πήγε στην πηγή, μαζί με άλλες παρθένες, για να φέρει νερό, είδε πλήθος χριστιανών τους οποίους είχε δεμένους ο ηγεμόνας Λουκιανός. Τότε και αυτή πήγε και έσμιξε με το πλήθος αυτό. Ο δε δεσμοφύλακας, τη συμβούλεψε να απομακρυνθεί για να μη χάσει τη ζωή της μαζί με τους υπόλοιπους. Η δε Αγία Ραΐς όχι μόνο δεν έφυγε, αλλά με ευτολμία παρουσιάστηκε μπροστά στον ηγεμόνα, περιγέλασε τους θεούς του και τον έφτυσε κατάμουτρα, επειδή και αυτός ειρωνεύτηκε τον Χριστό. Αμέσως τότε τη βασάνισαν φρικτά και στο τέλος την αποκεφάλισαν, παίρνοντας έτσι το αμάραντο στεφάνι του μαρτυρίου.

Οσίες Ξανθίππη και Πολυξένη
Τάς συγγόνους Ξανθίππην καὶ Πολυξένην,
Χοροὶ συνοίκους λαμβάνουσιν Ἀγγέλων.

Ἀξίως εἰλήφατε θεόθεν γέρα,
ὁμαίμονες, Ξανθίππη καὶ Πολυξένη.

Οι Οσίες Ξανθίππη και Πολυξένη ήταν Ισπανίδες αδελφές και έζησαν στα μέσα του πρώτου αιώνα μετά Χριστόν, όταν Καίσαρ ήταν ο Κλαύδιος ο Α’ (41-54 μ.Χ.).

Η Ξανθίππη μαζί με το σύζυγο της Πρόβο, άρχοντος της χώρας, διδάχτηκε τη χριστιανική θρησκεία, και ήλθε σ' αυτή, από τον απόστολο Παύλο (βλ. Pωμ. ιε', 28).

Η Πολυξένη ήταν παρθένος, προτού δε λάβη το άγιο βάπτισμα, είχε αρπαγή από κάποιον άνδρα ασελγή, αλλά η χάρις του Θεού την προστάτευσε και δεν του επέτρεψε να την διαφθείρη. Μεταβαίνοντας από τόπου εις τόπον άκουσε το κήρυγμα του αποστόλου Πέτρου και κατόπιν το κήρυγμα του αποστόλου Φιλίππου στην Ελλάδα. Τέλος, έγινε μαθήτρια του αποστόλου Ανδρέα, ο οποίος την έβάπτισε. Επανερχόμενη στην πατρίδα της, παρέλαβε μαζί της τον απόστολο Ονήσιμο και την συνοδοιπόρο των ταξιδιών της Ρεβέκκα, μαζί μέ την οποία είχε βαπτισθή.

Και οι δύο αδελφές, εργάστηκαν για τη χριστιανική πίστη και οδήγησαν σ' αυτή πολλές γυναίκες. Πέθαναν και οι δύο ειρηνικά σε προχωρημένη ηλικία, χωρίς να πάψουν μέχρι και την τελευταία τους πνοή να στηρίζουν τις ασθενικές ψυχές στη χριστιανική ελπίδα.

Άγιος Ιωάννης ο Νεομάρτυρας ο εξ Αγαρηνών
Ο Άγιος αυτός νεομάρτυρας, γεννήθηκε στην Κόνιτσα της Ηπείρου, από γονείς Μουσουλμάνους. Ο πατέρας του ήταν Δερβίσης και Σέχης στο αξίωμα. Είκοσι χρονών, μπήκε και αυτός στο τάγμα των Δερβίσηδων. Αφού έκανε αρκετά χρόνια στα Ιωάννινα, πήγε στο Βραχώρι (Αγρίνιο) της Αιτωλίας, όπου κατοίκησε σ' ένα οίκημα, που ονομαζόταν Μουσελίμ σεράι.

Ξαφνικά όμως, άρχισε να ζει σαν χριστιανός, πέταξε τα ενδύματα του Δερβίση και ντύθηκε χριστιανικά. Έπειτα πήγε στην Ιθάκη, όπου δέχτηκε το άγιο Βάπτισμα με το όνομα Ιωάννης.

Όταν επανήλθε στην Αιτωλία, παντρεύτηκε στο χωριό Μαχαλάς και έκανε το επάγγελμα του αγροφύλακα. Ο πατέρας του όμως, έστειλε απεσταλμένους να τον μεταπείσουν, αλλά αυτός τους έδιωξε. Τότε συλλήφθηκε από τον Μουσελίμη του Βραχωρίου, στον όποιο ομολόγησε με θάρρος το χριστιανικό του όνομα και την αγάπη του στον Χριστό. Βασανίστηκε ανελέητα. Τελικά τον αποκεφάλισαν στις 23 Σεπτεμβρίου 1814 μ.Χ. Οι χριστιανοί παρέλαβαν το τίμιο λείψανο του και το έθαψαν σ' ένα αγρόκτημα στο Βραχώρι.

Τα άγια λείψανα του οι πιστοι τα μετέφεραν και τα εναπόθεσαν σε κρύπτη της Ιεράς Μονής Προυσού, όπου και ανευρέθησαν στις 4 Ιανουαρίου 1974 μ.Χ.

Άγιος Γρηγόριος Μητροπολίτης Άργους
Ο Άγιος Γρηγόριος Καλαμαράς ήταν Μητροπολίτης Άργους και Ναυπλίου (1810 - 1821 μ.Χ.) και ανιψιός του προκατόχου του Γρηγορίου (1800 - 1810 μ.Χ.).

Γεννήθηκε το 1769 μ.Χ. στην Αλαγονία Καλαμάτας. Χρημάτισε μητροπολίτης Ερυθρών και κατόπιν Πατρών (1780 - 1799 μ.Χ.). Υπό την ιδιότητα του «πρώην» εκλέχθηκε μητροπολίτης Ναυπλίου και Άργους (1810 μ.Χ.).

Το έτος 1819 μ.Χ. μυήθηκε στην Φιλική Εταιρεία από τον Δανιήλ Παμπούκη, ηγούμενο της Μονής του Βράχου Νεμέας. Ο ίδιος δε, έκαμε Φιλικούς τους προκρίτους της επαρχίας του όπως τον Ιωάννη Ιατρού και τους αδελφούς Παπαλεξοπούλου στο Ναύπλιο, τον Ιωάννη Περούκα, τον Σταμάτη Αντωνόπουλο, τους αδελφούς Βλάσση στο Άργος, τον Ιερέα Γεώργιο Βελίνη στο Πλατανίτι, τον Θεοδόσιο Μπούσκο στο Τζαφέραγα, τον Γεώργιο Κακάνη στο Χώνικα, τον αρχιδιάκονό του Αθανάσιο Σολιώτη, τον Ιερέα παπα – Κωσταντή στον Αχλαδόκαμπο.

Η προεπαναστατική εθνική δραστηριότητα του Γρηγορίου έγινε αντιληπτή από τους Τούρκους και γι' αυτό, με διαταγή του καϊμακάμη της Τρίπολης, κλείστηκε μαζί με άλλους αρχιερείς στις φυλακές της πόλης και υπέφερε τα πάνδεινα, μέχρις ότου από τις κακουχίες, την ασιτία και τα πολύμηνα μαρτύρια πέθανε στις 18 ή 21 Σεπτεμβρίου 1821 μ.Χ.

Άγιος Adamnan
Δεν έχουμε λεπτομέρειες για τον βίο του Σκωτσέζου Αγίου.


πηγή saint.gr

nissan_tsioris_micra.png


 

Πρωτοσέλιδα